|
Το ’παν άλλοι,
δεν είναι προσωπική μου σοφία και κατάθεση. Η «κρίση» που μας ταλανίζει
είναι λιγότερο οικονομική. Είναι, κυρίως κρίση συλλογική, κρίση αξιών,
στάσης ζωής και προτεραιοτήτων.
Αποθεώθηκε ο
ατομικισμός, έγινε σημείο αναφοράς μας ο άκρατος καπιταλισμός, η
επίδειξη, η επιτήδευση, υπηρετήθηκε το «εγώ».
Λησμονήσαμε τα
πάθη της Προσφυγιάς, την πείνα της Κατοχής και μόλις σηκωθήκαμε απ’ το
λήθαργο της ανέχειας, δεν υιοθετήσαμε το «μέτρο» σαν συμπεριφορά, και ας
μας το υπενθύμιζε η αρχιτεκτονική και η λιτότητα στη διακόσμηση του
Επικούρειου Φιγάλειου Απόλλωνα.
Με μια
ασθμαίνουσα δανειοδότηση και αχαλίνωτη υπερκαταναλωτική συμπεριφορά
επιστρέφουμε πίσω, εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: όταν μεταναστεύαμε
(δεκαετίες του ’50, ’60, ’70) για ένα καλύτερο μέλλον, όταν κρύβαμε το
σιτάρι και άλλα αγαθά, για να μην τα βρεί ο κατακτητής.
Δε φταίνε
πάντα οι ξένοι. Οι δανειστές , σε όποια ιστορική συγκυρία και αν τους
συναντήσεις, έχουν ταυτόσημο αίτημα: την επιστροφή των δανεικών τους, με
το αζημίωτο... Κανείς ή σχεδόν κανείς δε σου δανείζει από φιλανθρωπία.
Ειδικά, όταν το παραπάνω εμπίπτει σε κανόνες και αρχές διακρατικών
συμφωνιών.
΄Ετσι τώρα η
χώρα επαιτεί, παρακαλεί, σχεδόν ικετεύει και επιβάλλει ή εφευρίσκει
τρόπους για περιορισμό των εισοδημάτων.
Πιο έντονη
είναι η ατμόσφαιρα αυτή στα αστικά κέντρα, όπου εκεί φτάνει πιο άμεσα
και εκκωφαντικά ο θόρυβος της περιοριστικής φρενίτιδας.
Υπάρχουν,
όμως, ευτυχώς και αντιστάσεις, δηλαδή «αναστάσεις» (από το
αρχαιοελληνικό ρήμα: ανίστημι – σηκώνομαι – εξ ού και Χριστός Ανέστη το
«σήκωμα», το ξεπέταγμα από τον Τάφο).
Μια τέτοια
συγκυρία έζησαν οι κάτοικοι της Νέας Φιγαλείας την ημέρα του εορτασμού
της επετείου του πολυθρύλητου και πρόσφατα αντιλεγόμενου ’21.
Μικρά παιδιά,
μαθητές του Δημοτικού Σχολείου, εμπνευσμένα από τους Δασκάλους τους
(πόση αξία είχε αυτός ο ρόλος τότε, όταν ορθοποδούσαμε...) έβγαλαν από
την ναφθαλίνη της λήθης την Παράδοση, φόρεσαν στολές που παρέπεμπαν στην
Εθνεγερσία και κοινώνησαν όλα μαζί, με τάξη, στη σειρά, ομοθυμαδόν.
΄Εμοιαζαν κραυγάζοντας, χωρίς να μιλούν, με εκείνους τους αγωνιστές που
ξεχύνονταν να αποτινάξουν την Τουρκιά, αφού πρώτα φροντίσουν την ψυχή
τους. Γιατί η τύχη του κορμιού τους ήταν αβέβαιη.
Μετά ο λόγος
του Αντιδημάρχου κ. Κώστα Κρανίτη, σύντομος ευθύβολος, ξεσηκωτικός,
θύμιζε Ελλάδα τότε...
Λίγα λόγια από
τη δασκάλα των παιδιών κ. Άννα Σακελλαρίου, που στον Πανηγυρικό της
διαπέρασε στιγμές χαρακτηριστικές της Επανάστασης, χωρίς να φλυαρεί,
χωρίς να κουράζει, αλλά να μεστώνει τις ψυχές με τη θύμηση του Αγώνα.
Το σκηνικό
συμπλήρωσε η παρέμβαση του ιερέα, του παπα-Αναστάση, που συνόψισε τη
θέση ή και την οργή πολλών συμπολιτών του για το ρόλο και την ύπαρξη του
«κρυφού σχολειού».
(Αλήθεια, ποια
επίσημη μαρτυρία ή κρατικό αρχείο ή καταγραμμένη Ιστοριογραφία της
Εποχής θα μιλούσε για «κρυφό σχολειό». Το κρυφό έχει έννοια συνωμοτική,
μαρτυρά αδήλωτη κίνηση, πίσω ή παράλληλα από τις «γραμμές του εχθρού».
Εξάλλου σχολείο με τη σύχρονη οργανωμένη μορφή εκπαίδευσης δεν ήταν
εφικτό, αρχικά, πριν τα προνόμια, να υπάρξει. Δούλευε όμως το Ψαλτήρι,
τα κείμενα του Ευαγγελίου ή των Αποστόλων μέσα στη Λειτουργία ή μετά.
Χωρίς εξετάσεις, με γνώμονα όμως το μεράκι και τον κίνδυνο).
Και ύστερα
όλοι μαζί, Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο τίμησαν τους ήρωες στο μνημείο που
τους αναλογεί, λιτά, απέριττα, μυστικά: μνημόσυνο – στεφάνι – σιωπή.
Η παρέλαση των
σχολείων και το χειροκρότημα των κατοίκων έδωσε συνέχεια στη μυσταγωγία
την εθνεγερτική που από νωρίς το πρωί είχε την τιμητική της.
Όμως,
μεγαλύτερη έκπληξη περίμενε την «κοινότητα» της Φιγαλείας από τους
χορούς των μαθητών, στο κέντρο του χωριού. Ρούμελη, Μοριάς, Πόντος και
Κρήτη ένωσαν τα βήματά τους, αντάλλαξαν με τραγούδια τους καημούς τους,
ενώ οι μαθητές της «κοινότητας» χειρίστηκαν αυτό το αντάμωμα, με
ξεχωριστή δεξιοτεχνία.
Ποιος το ’πε
πως έσβησε ή σβήνει η Παράδοση; Ποιός είπε πως τα σχολεία ετοιμάζουν
μόνο για Πανεπιστήμια; Ποιός το ’πε πως δεν υπάρχουν ακόμη δάσκαλοι που
εμπνέουν, πολιτιστικοί σύλλογοι που αγωνιούν;
Απόδειξη και
το μάζεμα του Χωριού σε μια προσφορά παραδοσιακών εδεσμάτων που
υπαγορεύουν φροντίδα, αγάπη και μεράκι.
Και ευτυχώς
που υπάρχουν και «ξεχασμένες» εκπομπές των Μ.Μ.Ε. που κρατούν ακόμη
αντιστάσεις στην κυριαρχούσα υποκουλτούρα.
Η «Επαρχία»
λοιπόν απάντησε. Το ημιορεινό χωριό της Φιγαλείας έδωσε μια λύση,
διαμόρφωσε μια πρόταση στην παρούσα, σύγκαιρη απαισιοδοξία.
Ανέδειξε τη
συλλογικότητα, ανέστησε κρυφές δυνάμεις, αποκάλυψε νεαρά οράματα και
ευαισθησίες, χαμογέλασε μαζί με το ανοιξιάτικο ηλιόλουστο πρωϊνό και
«έκλεισε το μάτι» στο γκριζωπό νεφέλωμα του «μνημονίου», των “spread”,
της «τρόϊκας».
Η άλλη όψη του
νομίσματος είναι η Ελλάδα του «ανίστημι».
Η Ελλάδα που
Τιμά και πορεύεται Συλλογικά.
Γιώργος Γκόλιος
Φιλόλογος |