|
Ήταν Νοέμβριος του
1943. Ήμουνα τσοπάνης στον οικισμό Τριάντα στο Δενδρόλογκα. Είχαμε 80
πρόβατα και 20 γίδια. Κάποιο Σάββατο εδέησε να με αντικαταστήσει ο
μακαρίτης πλέον αδελφός μου Θόδωρος. Έπρεπε να κατέβω στο χωριό να δω
και κάποιους ανθρώπους, διότι είχα αγριέψει.
Το κακό είναι η
μεγάλη μοναξιά του τσοπάνη. Δεν μπορεί να μιλήσει με τα πρόβατα,
δυστυχώς. Δεν υπήρχαν τότε ραδιόφωνο, ραδιοκασετόφωνα, ούτε κινητά
τηλέφωνα. Ερημιά, μοναξιά ο τσοπάνης. Υποτάσσεται, εξαντλείται, αλλά δεν
στερεύει. Περιμένει και ελπίζει.
Κατέβηκα στη
Ζούρτσα και για καλή μου τύχη τα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου έπαιζαν
θέατρο με έργο τον Παπαφλέσσα του Μελά. Νόμισα ότι είδα το Εθνικό
Θέατρο. Όταν τελείωσε η παράσταση εμπήκα στο καφενείο του Τάσου
Γιακουμόπουλου, πρώτου εξαδέλφου της μάνας μου.
Εκεί με περίμενε
μιά πολύ μεγάλη έκπληξη. Σε μια καρέκλα καθισμένος έπαιζε κιθάρα και
τραγουδούσε ένας ώριμος άνδρας, μελαχρινός, στιβαρός και ωραίος σαν
άγαλμα, ένας πραγματικός Έλληνας, λεβέντης. Το ακροατήριο σε άκρα σιωπή
κρεμόταν από τα χείλη του. Έπαιζε και τραγουδούσε «Κλέψαν μάνα μου τ’
αρνί κι η φλογέρα μου θρηνεί, μάνα μου γλυκιά μου μάνα. Μου το πήραν την
αυγή, πριν ο ήλιος βγεί, μάνα μου. Μονάχος στις ραχούλες το βράδυ
τριγυρνώ το όμορφο αρνάκι για να βρω λαχταρώ. Τι θα γίνω, δε μπορώ, θα
χαθώ, θα τρελαθώ».
Όλοι παρακολουθούν
και θαυμάζουν αυτόν τον άρχοντα της Ζούρτσας που γοητεύει και μαγεύει με
τη φωνή του και την ωραία μελωδία του. Το τραγούδι του Μάρκου Δέδε
έβγαζε στεναγμό και πόνο. Μαλάκωνε όμως τις καρδιές και τις ψυχές του
ακροατηρίου των Ζουρτσάνων, βοηθώντας τους να ξεπεράσουν τις δύσκολες
στιγμές και ώρες της κατοχής και της οπωσδήποτε κουραστικής ζωής.
Αυτός ο
τραγουδιστής ήταν ο γιός του γιατρού Δέδε, ο Μάρκος Δέδες.
Αυτό το παλικάρι
στο δεύτερο αντάρτικο, εμφύλιο το λένε τώρα, των Ζαχαριάδη – Βαφειάδη
κ.λ.π., επήγε στο βουνό. Εκεί συνελήφθη και καταδικάστηκε εις θάνατον.
Εξετελέσθη μαζί με τον ανταρτοδίκη της Εθνικής Αντίστασης 1942-1944,
δικηγόρο από τη Ζαχάρω Νίκο Γκότση.
Η τραγωδία της
φυλής μας από αρχαιοτάτων χρόνων συνεχίζεται χωρίς διακοπή. Η κατάρα της
φυλής, η διχόνοια, ο αλληλοσκοτωμός, η διαίρεση, οι μισοί Έλληνες
εναντίον των άλλων μισών.
Υπενθυμίζω απλώς:
Ο θριαμβευτής της μάχης του Μαραθώνα Μιλτιάδης πέθανε σε αθηναϊκή
φυλακή, ο Σαλαμινομάχος Θεμιστοκλής έφυγε στην Περσία, ο δίκαιος
Αριστείδης εξωστρακίσθη, ο Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε δύο φορές,
εκινδύνεψε η Επανάσταση του 1821 από τις εμφύλιες διαμάχες, ο Οδυσσεύς
Ανδρούτσος γκρεμίστηκε στην Ακρόπολη, ο Ιωάννης Καποδίστριας πρώτος
κυβερνήτης της Ελλάδος, εδολοφονήθη.
Τα ονόματα είναι
πολλά και οδυνηρό να επανέρχονται στη μνήμη των νεότερων Ελλήνων, οι
οποίοι ακόμα τρώγονται μεταξύ τους.
Οι Έλληνες έζησαν
το διχασμό, τη μικρασιατική καταστροφή, τον πρώτο και δεύτερο Παγκόσμιο
Πόλεμο, τη φοβερή γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο, την τραγωδία της Κύπρου
και πάει λέγοντας.
Ξεχάσαμε το Σολωμό
που έγραφε: «Η διχόνοια που κρατούσε ένα σκήπτρο η δολερή, καθενός
χαμογελούσε πάρτο λέγοντας και σύ».
Γληγόρης Βλάμης |