ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΖΟΥΡΤΣΑΝΩΝ ΑΘΗΝΑΣ

Aριθμός Φύλλου 96    ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ   2007

 

ANAMNHΣEIΣ

από την επισκευή της στέγης του Αγίου Νικολάου το 1952
 

Για τις εργασίες αντικατάστασης της κεραμοσκεπής του Αγίου Νικολάου, έχουν γραφεί πολλά και πολλές φορές. Και όχι άδικα, γιατί απ’ ότι θυμάμαι είναι το τελευταίο μεγάλο έργο του χωριού μας. Το τελευταίο μεγάλο έργο από άποψη ομαδικής εργασίας και πρόθυμης προσφοράς του συνόλου των κατοίκων.

Για το σπουδαίο αυτό έργο αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους τους κατοίκους του χωριού μας. Ξεχωριστή μνεία πρέπει να γίνεται πάντα στους «εν Αθήναις» εμπνευστές και πρωτεργάτες του σοβαρού αυτού εγχειρήματος γιατί, ας μη γελιόμαστε, χωρίς τη δική τους πρωτοβουλία και προσφορά, αμφιβάλω αν θα γινόταν το έργο. Ήσαν οι στρατηγοί του μεγάλου αυτού αγώνα. Και πόλεμος χωρίς άξιους στρατηγούς δεν κερδίζεται.

 

Όπως αναφέρεται λεπτομερώς και στο 41ο φύλλο της εφημερίδας μας του έτους 1994, είχε συγκροτηθεί επιτροπή αποτελούμενη από έγκριτους συμπατριώτες μας, όπως ο Γρηγόριος Ζαριφόπουλος, Γενικός Δ/ντής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ο Γεώργιος Αθ. Πιπιλής, γιατρός, ο Γεώργιος Βουδούρης, γιατρός και Αθανάσιος Δαΐκος μηχανικός που είχε αναλάβει τη μελέτη και επίβλεψη του έργου. Μέχρι και έρανος στην Αμερική κατάφεραν να διενεργηθεί, το προϊόν του οποίου συνέβαλε τα μέγιστα στην εκτέλεση του έργου.

Το έργο ήταν επείγον, γιατί η παληά στέγη του Άγιο-Νικόλα κινδύνευε να καταρεύσει και έπρεπε να αντικατασταθεί αμέσως με άλλη σύγχρονη, από μπετόν αρμέ, να γίνει καινούργια επικεράμωση και να επισκευασθεί και διακοσμηθεί και εσωτερικά η οροφή.

 

Εγώ σήμερα θα ασχοληθώ με το έργο αυτό από μια άλλη σκοπιά, τη δική μου, τη σκοπιά του παιδιού των 11-12 χρόνων που ήμουν τότε και θα απομονώσω μια ιστορία που αποτελεί προσωπικό μου βίωμα.

Οι Αθηναίοι πρωτεργάτες, επειδή δεν ήταν εύκολο να βρίσκονται πάντα στη Ζούρτσα, όρισαν-συγκρότησαν μια τοπική επιτροπή για να ασχολείται με τα επί μέρους θέματα και να δίνει λύσεις στα πλαίσια των δυνατοτήτων της.

Δεν ξέρω πόσα μέλη είχε η επιτροπή. Δεν ξέρω αν ήταν πολυμελής ή ολιγομελής. Εκείνο που θυμάμαι πολύ καλά είναι ότι στην επιτροπή μετείχαν και οι παρακάτω:

 

Ο Ντίνος ο Αυγερινός, ο μαραγκός

Ο Μαστρογιώργης ο Θεοδωρόπουλος (Γιωργάκος) και

Ο θείος μου ο Θανάσης ο Δημοσθενίδης.

 

Μιά από τις πιό σοβαρές εργασίες που είχε αναλάβει η εν λόγω επιτροπή, ήταν να εξασφαλίσει το απαραίτητο χορίδι (ασβέστη) για τις ανάγκες της επισκευής της εκκλησίας. Για να αγοραστεί η ποσότητα που χρειαζόταν ούτε συζήτηση. Πολλά τα λεφτά και δεν υπήρχαν. Υπήρχε όμως η διάθεση. Αποφάσισαν να «κάψουν» δικό τους ασβεστοκάμινο. Ο χώρος υπήρχε. Όπως κατηφορίζουμε για την Εριζιά, λίγο πιό κάτω από την Αγία Παρασκευή, αριστερά κατεβαίνοντας, απέναντι από το λιοστάσι του συμπατριώτης μας του Ηρακλή του Καρανικόλη, υπήρχε ένα παλιό ασβεστοκάμινο. Η περιοχή ήταν ιδανική. Κοντά στο χωριό, κοντά σε πέτρα μπόλικη και καλή, κοντά σε δάσος από σκίντα, πουρνάρια, ρείκια, κουμαριές και άλλα θαμνώδη φυτά που ως καύσιμη ύλη θα έκαιγαν το καμίνι. Γενικός υπεύθυνος ανέλαβε ο Παναγιώτης Σακελλαριάδης του Πέτρου γνωστός στο χωριό ως «Πετρογέρος». Ήταν ειδικός ασβεστοκαμινάς.

 

Και ξεκινάει η εργασία. Αλλά όταν λέμε εργασία, είναι δύσκολο σήμερα να συλλάβει ο νούς των νεώτερων τί έγινε. Σύσσωμο το χωριό, άνθρωποι και ζώα ξεχύθηκαν στην περιοχή αυτή. Αληθινή πανστρατιά. Άλλοι με τσεκούρια, πριόνια, τραχάδες, βατοκόπια έκοβαν κλαρί, το φόρτωναν στα ζώα και το πόστιαζαν κοντά στο καμίνι. Άλλοι με κασμάδες, αξίνες και βαριοπούλες έβγαναν και έσπαγαν την πέτρα, έναν ασβεστόλιθο εκλεκτής ποιότητας, τη φόρτωναν στα ζώα και τη σώριαζαν δίπλα στο καμίνι.

 

Και ο πρωτομάστορας άρχισε το έργο του. Ένα έργο δύσκολο και υπεύθυνο. Το καμίνι ήταν μια τρύπα μέσα στη γη στρογγυλή περίπου τέσσερα μέτρα διάμετρο και άλλο τόσο βάθος και σε έδαφος επικλινές. Έπρεπε μέσα σ’ αυτή να χτιστεί η πέτρα έτσι που εσωτερικά να αφήνει χώρο για τη φωτιά και σιγά-σιγά να κλείνει προς τα πάνω σχηματίζοντας καμάρα (όπως οι παλιές πέτρινες γέφυρες) και καταλήγοντας εξωτερικά σε έναν κωνικό σωρό από πέτρα, ύψους 3-4 μέτρων έξω από τη γη. Στο μπροστινό μέρος, κατά την κατηφόρα, έμενε μια τρύπα, σαν την πόρτα του φούρνου φανταστείτε, για να ταΐζουν τη φωτιά. Η φωτιά καιγόταν ασταμάτητα τέσσερα ημερόνυχτα τουλάχιστον, για να μετατραπή η πέτρα σε ασβέστη.

 

Σε χρόνο ρεκόρ έγιναν όλες αυτές οι εργασίες, χωρίς το παραμικρό πρόβλημα, λες και κάποιος αόρατος με τις μαγικές του δυνάμεις, κατηύθυνε από ψηλά το απέραντο αυτό μελισσολόι. Και εδώ που τα λέμε γιατί να μην είναι και έτσι; Πάντα τα μεγάλα έργα χρειάζονται και την «άνωθεν» βοήθεια. Και ο Άγιος Νικόλαος ποτέ δεν αρνήθηκε τη βοήθειά του σε όσους την έχουν ανάγκη και σκύβουν ευλαβικά στη σκέπη του.

Επί τέλους έφτασε η μεγάλη ημέρα. Μπήκε φωτιά στο καμίνι. Ο αρχιμάστορας όλο δραστηριότητα και ανησυχία. Η φωτιά έπρεπε να καίει ασταμάτητα και με την ίδια ένταση μέρα νύχτα. Δεν υπήρχαν τότε αυτόματοι ρυθμιστές, ρεγουλατόροι και θερμοστάτες για να θερμομετρούν τη φωτιά. Ρυθμιστής ήταν ο μπάρμπα-Παναγιώτης και όργανά του η πείρα, τα χέρια, τα μάτια, η λαύρα που έκαιγε το πρόσωπό του και το τρίξιμο που έκαναν τα ρείκια και οι άλλες λούζες.

 

Στη σκεπή του Aγιο-Nικόλα. Mε τα μυστριά και τους πήχες ο Παν. Kάσσαρης και Δημ. Φλέσσας. Όρθιος με το καπέλο ο Bασ. Παπακυριακόπουλος. Δίπλα του ο παπα-Bαγγέλης και δίπλα ο Nίκος Δημοσθενίδης ανάμεσα σε ένα γκρουπ από πιτσιρίκια έτοιμα όλα να εκτελέσουν τις παραγγελιές των μεγάλων

 

 

Πρώτη ημέρα όλα καλά.

Δεύτερη ημέρα όλα καλά.

Την τρίτη ημέρα εκεί που είμαστε στο μαγαζί μας, έρχεται ένα παιδί βιαστικό και λέει στο θείο μου το Θανάση:

 Μπάρμπα, με έστειλε ο μπάρμπα-Παναγιώτης να σου ειπώ ότι πάθαμε ζημιά.

― Ζημιά; Τί ζημιά.

 Το καμίνι εράισε.

 Τι έκαμε;

 Εράισε.

 Ε! Καί;

 Κινδυνεύει να γκρεμιστεί πριν καεί η πέτρα (στην περίπτωση αυτή όλοι οι κόποι πήγαιναν χαμένοι και έπρεπε να γίνουν όλα από την αρχή).

 Κακό που πάθαμε. Ετούτο μας έλειπε.

 Δεν ξέρω, με έστειλε να σου το ειπώ.

Το παιδί εκείνο ήταν, με πολύ μεγάλη πιθανότητα να πέφτω μέσα, ή ο Γιάννης ο Τσαούσης ή ο αδελφός του ο Θανάσης. Το πιό πιθανό να ήταν ο Θανάσης. Όμως δεν παίρνω και όρκο.

Ο θείος μου ήταν σε μιά κατάσταση απερίγραπτη. Ποτέ δεν τον είχα ειδεί έτσι. Έκανε βόλτες πέρα-δόθε στο μαγαζί και συνέχεια μουρμούραγε. Κάποια στιγμή μου λέει:

 Έλα δώ. Τρέχα γρήγορα να ειπείς του Μαστρογιώργη του Γιωργάκου να έλθει τώρα αμέσως εδώ. Άκουσες; Έφτυσα!

 

Ξαμολιέμαι εγώ σφαίρα, πηδάω για συντομία τη μάντρα του Ζευγίτη και ώσπου να ειπείς τρία φτάνω στο σιδεράδικο. Ο Μαστρογιώργης με τα γυαλιά κατεβασμένα στην άκρη της μύτης, έσκυβε πάνω από το αμόνι και πάλευε μ’ ένα σιδερικό.

 Θείε Γιώργο, του λέω, μου είπε ο θείος μου να πάς αμέσως εκεί κάτω.

 Τούτη ν’ ώρα;

 Τούτη.

 Τί με θέλει;

 Δεν ξέρω. Έτσι μου είπε.

 Καλά έρχομαι.

Με το που φτάνει στο μαγαζί του λέει ο θείος μου.

 Μάστορα αυτό κι’ αυτό πάθαμε.

 Τί λές;

 Αυτό που ακούς. Και τώρα τί κάνουμε;

 

Ο Μαστρογιώργης έμεινε για λίγο άφωνος, περιέφερε το βλέμμα του στο ταβάνι, ύστερα στο πάτωμα και μετά το κάρφωσε σαν αφηρημένος σε ένα σημείο. Ο θείος μου έχασε την υπομονή του.

 Ε! Μάστορα άκουσες τι σου είπα; Πού κοιτάς;

Και ο Μαστρογιώργης με σηκωμένη τη φωνή, σαν πειραγμένος:

 Σκέφτομαι Θανάση!

 Ε! Για σκέψου, αλλά μονοημερίς (έκφραση που σημαίνει ανάγκασε, κάνε γρήγορα).

 Δέ μου λές;

-― Τί;

 Έχεις στεφάνι;

 Τί στεφάνι;

 Βαγενοστέφανο.

 Θέλεις πολύ;

Πάλι μικρή σκέψη και:

 Καμιά σαρανταριά μέτρα.

 Έχω.

 Βαγενόκαρφα έχεις;

 Έχω. Τί τα θέλεις;

 Άκου: Θα φτιάξουμε τρία ζωνάρια και θα ζώσουμε απέξω το καμίνι. Έτσι θα σταματίσει το ράγισμα, θα περιοριστεί η διαστολή από τη θερμοκρασία και πιστεύω θα το γλιτώσουμε. Άλλο τίποτα δε μπορώ να σκεφτώ.

 

Εδώ θα πρέπει να κάνω μια μεγάλη παρένθεση. (Εκείνο το «καμιά σαρανταριά μέτρα» που είπε, είχε καρφωθεί στο μυαλό μου. Δεν ξέρω αν γνώριζε γεωμετρία. Αργότερα που εγώ έμαθα, το λογάριασα και βρήκα ότι: Αφού το καμίνι είχε διάμετρο 4 μέτρα, η περίμετρός του θα ήταν 4Χ3,14 = 12,56. Τρία ζωνάρια επί 12,56 μας κάνουν 37,68 μ. Συν 50-60 πόντους περίπου που χρειάζεται το κάθε στεφάνι για να καρφωθεί η μία άκρη με την άλλη μας κάνουν συνολικά 39,48 μέτρα. Γιά φαντάσου! «Καμιά σαρανταριά μέτρα». Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο. Ήταν ενδεικτικό της ορθής σκέψης του Μαστρογιώργη που άλλωστε κανείς δεν αμφισβητούσε. Όπως και το μελετημένο και μεστό λόγο του. Γ’ αυτό τον έλεγαν και σοφό).

 

Η επόμενη εντολή που πήρα ήταν να σαμαρώσω το άλογο. Ο Μαστρογιώργης πήρε τα εργαλεία του, φορτώσαμε το στεφάνι και έφυγαν. Εγώ δεν πήγα κοντά. Ώσπου να γυρίσουν ο θείος μου έκανε βόλτες γεμάτος ανυσυχία.

Τελικά η δουλειά έγινε, το καμίνι σώθηκε, το κάψανε κανονικά και βγήκε μπόλικο και εκλεκτό χορίδι που κάλυψε τις ανάγκες του Αγιο-Νικόλα.

Κάθε φορά που σκέφτομαι αυτή την ιστορία έρχεται στο μυαλό μου το εξαιρετικό εκείνο ποίημα του Βαλαωρίτη με τίτλο «Ο Ματρώζος». Εκεί ο ποιητής αναφερόμενος στους αγωνιστές που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους και ίσως και τη ζωή τους για την πατρίδα απευθύνεται στην Ελλάδα και της λέει:

«Είχες αστέρια λαμπερά στον ουρανό κι’ άλλα

Μα κείνα που δεν έλαμψαν ήταν τα πιό μεγάλα....»

Ας είναι τα τελευταία τούτα λόγια ένα ακόμα μνημόσυνο σε όλους εκείνους τους παλαιούς, γνωστούς και άγνωστους, επώνυμους και μή, που εργάστηκαν για το καλό του χωριού μας.

ΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΙΔΗΣ

 

Υ.Γ. Για το χορίδη του Αγιο-Νικόλα έχω κι’ άλλη ιστορία, στην οποία μάλιστα είχα και εγώ κάποιο ενεργό ρόλο. Παράλληλα όμως έκανα και μιά ζαβολιά. Άλλη φορά αν μου δοθεί η ευκαιρία θα σας τη διηγηθώ.

 

 

 

 

 

ΘΕΜΑΤΑ

Η Γέννηση...

Ο Εκκλησιασμός του Συλλόγου

Το Ρεβεγιόν του πεινασμένου

Βράβευση μαθητών

Παρουσιάσεις Βιβλίων

Η Αποστολή της Φιλοσοφίας

Αναμνήσεις από τα Χριστούγεννα του 1946

Αναμνήσεις από την επισκευή της στέγης του Αγίου Νικολάου το 1952

Δημοτικά Νέα

Κοινωνικά

Επίσκεψη Κυριών Συλλόγων

Αυτοί που έφυγαν

Ανακοινώσεις

Ευχαριστίες

Εισφορές για την Εφημερίδα

Εισφορές για τα Εργα του Συλλόγου

 

 

 

 

 

Copyright © ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΝΕΩΝ ΦΙΓΑΛΕΙΕΩΝ (ΖΟΥΡΤΣΑΝΩΝ) ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΑ «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ»