ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΖΟΥΡΤΣΑΝΩΝ ΑΘΗΝΑΣ

Aριθμός Φύλλου 96    ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ   2007

 

Το Ρεβεγιόν του πεινασμένου

 

Του ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Π. ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ

Γλωσσολόγου–Συγγραφέως

από το ανέκδοτο βιβλίο του «ΕΞ ΑΠΡΟΟΠΤΟΥ»

 

Έχετε πεινάσει; Δεν εννοώ το παροδικό αίσθημα της πείνας, δηλαδή την επιθυμία, την όρεξη για τη λήψη τροφής. Aυτήν είναι εύκολο να ικανοποιήσετε στο τραπέζι σας ή οπουδήποτε αλλού. Εννοώ την άλλη, τη μόνιμη πείνα, όταν δεν έχετε τίποτε να φάτε για να την σταματήσετε, δηλαδή τον λιμό, την λιμοκτονία. Όπως εκείνος ο λιμός που κουβάλησαν οι Γερμανοϊταλοί κατακτητές της ελληνικής γής.

 

Αυτή, συνεχής και αδιάλειπτη, σας τρώγει, σας λειώνει, χωρίς προοπτική αν και πότε θα τελειώση. Περιφέρετε το βλέμμα στον χώρο και αξιολογείτε υπό το πρίσμα της εδωδιμότητος, της καταλληλότητος, δηλαδή «προς βρώσιν», όλα όσα βλέπετε γύρω σας. Τρώγεται λ.χ. ο βασιλικός στην γλάστρα; Τρώγονται τα τρυφερά βλαστάρια από το βρωμόδενδρο, η ξερή αγκινάρα στο γαϊδουράγκαθο, η φλύδα από την καρυδιά, το ξερό δέρμα από αρνί στρωμένο στο πάτωμα ή το σάπιο ξύλο στον κορμό μουριάς με τις ελκυστικές αποχρώσεις κόρας από καρβέλι ψωμιού;

Οργίζεσθε, καταριέσθε, απελπισμένος ξαπλώνετε στο κρεββάτι σας ή στο πάτωμα, κλαίτε και περιμένετε. Τί περιμένετε, αλήθεια;

Σωτηρία ή τον θάνατο; Ο δεύτερος ευρίσκεται οπωσδήποτε πολύ πιο κοντά σας! Και αν έχετε πνοή, φωνάζετε για βοήθεια, είναι το μόνο που σας απομένει.

 

«Πεινάω!.., Πεινάω!.., Πεινάω!..». Ρυμθικά, ωσάν εγκαταλελειμμένη, πεινασμένη γάτα, η οποία νιαουρίζει επίμονα με εκνευριστική μονοτονία, σε ύφος παραπόνου και διαμαρτυρίας. Χωρίς βεβαίως, να σας ακούη και να σας προσέχη κανείς φιλάνθρωπος.

Έτσι όπως φώναζε από ημέρες, παραμονές Χριστουγέννων του 1942, η γειτόνισσά μας η Ρουμάνα, ξαπλωμένη στο πάτωμα του σπιτιού της. Πρόσφυγα από τη Ρουμανία, ήταν περισσότερο γνωστή στη γειτονιά με το εθνικό όνομά της. Και οι φωνές της δεν σταματούσαν ούτε τη νύκτα: «Βοήθεια!.., Πεινάω, γείτονες!.., Πεινάω!...».

 

Θέριζε η πείνα εκείνον το χειμώνα. Πείνα ανηλεής και κρύο αφόρητο έγραφαν μαζί τον επίλογο του έπους 1940-1941... Έφεξαν τα σώματα, βρώμισαν οι αναπνοές, γέμισαν τα πεζοδρόμια από νεκρούς. Τα Χριστούμεννα πρόβαλαν μουδιασμένα, θολά, πένθιμα. Παραμονή των Χριστουγένων, η νύκτα του «ρεβεγιόν», εορτή ευωχίας και ξεφαντώματος για τους ευπόρους της κοινωνίας. Αλλά για εμάς δεν υπήρχε γι’ αυτό το βράδυ ούτε φύλλο λαχανίδας.

Ήμουν δεκαπέντε ετών. Σκέφθηκα, αργά το απόγευμα, να μπώ σε διπλανό περιβόλι και να κόψω κοτσάνια από μπρόκολα και μάπες, δηλαδή το τρυφερό μέρος από τα ξυλώδη υπολείμματα μετά την κοπή των λαχάνων. Στο σημείο της κοπής και σε βάθος μέχρι πέντε εκατοστά του μέτρου μέσα στο κοτσάνι υπήρε τρυφερή ψίχα, η οποία ημπορούσε να βρασθή και να φαγωθή. Αυτά τα κοτσάνια θα ήταν το φαγητό για το χριστουγεννιάτικο «ρεβεγιόν», χωρίς βεβαίως, ψωμί και λάδι. Ας είναι!.

 

Άργησα όμως να πάω. Είχε βραδιάσει, αλλά αυτό δεν με εμπόδισε. Είχε ανατείλει η σελήνη, ολόλαμπρη πανσέληνος, μέσα σε διαυγή ατμόσφαιρα. Τόσο λαμπρή σελήνη πρώτη φορά έβλεπα. Το κρύο είχε κοπάσει ωσάν ημερωμένο από το μυστήριο της γεννήσεως του Θεανθρώπου και μία διάχυτη γλυκύτητα κυριαρχούσε στη φύση.

Η μυστικοπάθεια που μου δημιουργούσαν τα Χριστούγεννα από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια, η γλυκύτητα της νύχτας, η απέραντη σιγή και η λαμπρότητα της σελήνης, η οποία έκανε όλα διάφωτα, διαπλέχθηκαν σε μαγεία, που μου γενούσε παραίσθησι. Οι μεγάλοι κλονισμοί γεννούν παραισθήσεις και ο δικός μου κλονισμός από την πείνα ήταν ο πιό μεγάλος στη ζωή μου.

 

Πίστευα, δηλαδή, ότι εκείνη την νύκτα ο Χριστός θα γεννιόταν κοντά μου, εκεί που ήμουν, μέσα στο χωράφι. Να, όπου νάναι θα προβάλλη η φάτνη με την αγία οικογένεια μέσα και τους ποιμένες. Το φεγγάρι από επάνω καταύγαζε τον χώρο έτσι όπως φανταζόμουν ότι καταύγαζε το αστέρι της γεννήσεως. Και οι μάγοι επάνω στις καμήλες των ζυγώνουν, τώρα πρέπει να προχωρούν εκεί κάτω, μέσα στα σύσκια από τις ελιές. Ωσάν να είχαν ήδη αρχίσει να προσπίπτουν στα αυτιά μου οι πρώτοι μόλις αντιληπτοί τόνοι από την υπέροχη χορωδία των αγγέλων: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ...». Θα έμπαινα κι εγώ μέσα στη φάτνη και θα προσκυνούσα το θείο βρέφος. Κι’ εκείνο θα μου χαμογελούσε και το χαμόγελό του θα μου ενέπνεε πίστη και πεποίθηση και θα με εμψύχωνε στη δοκιμασία μου.

 

Με τούτη την πίστη ρίφθηκα με όρεξη στη δουλειά. Έκοβα κοτσάνια και τα έβαζα μέσα στο σακκούλι μου. Στο έκτο ή έβδομο κοτσάνι αισθάνθηκα το κοφτερό μαχαίρι να βυθίζεται βαθιά όχι μέσα στο φυτό αλλά μέσα στο δάκτυλό μου, τον δείκτη. Είχα κοπή άσχημα.

Σήκωσα το χέρι μου ψηλά προς τη σελήνη, το κράτησα εμπρός στον φωτεινό δίσκο και τότε είδα ότι έτρεχε πολύ αίμα. Και το αίμα φαινόταν ωσάν να εκχυνόταν μέσα από την ίδια τη σελήνη.

Φούχτωσα το τραυματισμένο δάκτυλο με το άλλο χέρι και εγκατέλειψα το περιβόλι. Στο σπίτι η μητέρα μου περιποιήθηκε και περίδεσε το τραυματισμένο δάκτυλό μου. Αλλά το προγραμματισμένο γεύμα μας για το «ρεβεγιόν» με κοτσάνια ματαιώθηκε. Πέσαμε να κοιμηθούμε νηστικοί.

Μέσα στην άκρα σιγή ακούονταν κάπου-κάπου οι απελπισμένες κραυγές της λιμοκτονούσας Ρουμάνας, αχνές, μισοσβησμένες, διακεκριμμένες αυτή τη φορά «πει-νά-ω!...» Ίσως να ήσαν οι τελευταίες!...

 

Αιφνίδια φωνές, ανάμεικτες από ουρλιαχτά τρόμου και κλάματα ξέσχισαν τη νύκτα: «Κρεμάστηκε ο Μήτσος! Ο Δημητρός μου φουρκίστηκε!» Ένας ακόμη πεινασμένος γείτονας, ο οποίος δεν άντεξε το μαρτύριο της πείνας απαγχονίσθηκε με σχοινί, το οποίο είχε δέσει από δοκάρι στην οροφή της κουζίνας. Τον ευρήκε έτσι η γυναίκα του και ξεσήκωσε τη γειτονιά.

Σε προκλητική αντίθεση προς τις κραυγές της συμφοράς έρχονταν από μακρυά χαρούμενες φωνές και ήχοι από χορευτική μουσική σε ρυθμούς «ταγκό» και «φοξ».Κάποιοι καλοθρεμμένοι της εποχής είχαν ήδη ριφθή σε διασκέδαση με την συντροφιά στρατιωτικών των δυνάμεων κατοχής, όπως φανέρωναν οι ευκρινείς συζητήσεις στην ιταλική και ελληνική γλώσσα. Οι διασκεδαστές λικνίζονταν στους ρυθμούς του «ταγκό νοτούρνο», του «ταγκό που χορεύσαμε μαζί» και της «γλυκειάς Ρεγγίνας»...

 

Παρ’ όλα αυτά, η παραίσθησή μου ότι εκείνη την μαρτυρική νύχτα ο Χριστός θα γεννιόταν κοντά μου, κάπου μέσα στον κήπο μας ή ακόμη και στον δρόμο ήταν ακλόνητη. Και, πραγματικά, γεννήθηκε ο Λυτρωτής μέσα στο όνειρό μου. Μπήκα κι εγώ μέσα στη φάτνη και προσκύνησα. Η χορωδία των αγγέλων τόνιζε σε υπέροχη μελωδία το δοξαστικό της γεννήσεως. Το θείο βρέφος με κοίταξε και μου χαμογέλασε. Και το χαμόγελό του μου ενέπνευσε πίστη και πεποίθηση και με εμψύχωσε στη δοκιμασία μου, δεν θα πεθάνω από την πείνα. Δεν πέθανα λοιπόν, κι ας έσφιξε η πείνα περισσότερο και ας μεγάλωσαν οι κίνδυνοι από τις πολεμικές ενέργειες. Έζησα και μεγάλωσα και, όπως λέγει ο Ανδρέας Λασκαράτος,

«άξηνα χάριτι θεία

και σας έγραψα τούτη την ιστορία».

Και όχι μόνο αυτή αλλά και πλήθος από άλλες ιστορίες, όλες αληθινές όπως αυτή εδώ. Υφασμένες με την τραγική υφή της φαιδρότητας και της σοβαρότητας, την οποία διαπλέκει το «χιούμορ», στιγματίζουν με ενάργεια τη δύναμη της βλακείας του ανθρώπου, ο οποίος έκαμε υπηρέτη του και εργαλείο του, τον πόλεμο και επισωρεύει συμφορά, αθλιότητα και πείνα στην ανθρωπότητα. Ξέρετε ότι στην ζυγαριά σταθμίσεως του ανθρώπου δεν υπάρχει αντίβαρο για να αντισηκώση το βάρος της ανθρωπίνης βλακείας; Είναι η αρχαιότερη η απέραντη και η ανίατος νόσος του ανθρώπου, η οποία θα τον αφανίση τελικώς.

 

Μέχρι τότε, ας ευχόμεθα με θέρμη, πίστη και προσδοκία:

 ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 

 

 

 

 

ΘΕΜΑΤΑ

Η Γέννηση...

Ο Εκκλησιασμός του Συλλόγου

Το Ρεβεγιόν του πεινασμένου

Βράβευση μαθητών

Παρουσιάσεις Βιβλίων

Η Αποστολή της Φιλοσοφίας

Αναμνήσεις από τα Χριστούγεννα του 1946

Αναμνήσεις από την επισκευή της στέγης του Αγίου Νικολάου το 1952

Δημοτικά Νέα

Κοινωνικά

Επίσκεψη Κυριών Συλλόγων

Αυτοί που έφυγαν

Ανακοινώσεις

Ευχαριστίες

Εισφορές για την Εφημερίδα

Εισφορές για τα Εργα του Συλλόγου

 

 

 

 

 

Copyright © ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΝΕΩΝ ΦΙΓΑΛΕΙΕΩΝ (ΖΟΥΡΤΣΑΝΩΝ) ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΑ «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ»