|
Έχουμε διακοπές. Τα
σχολεία σταμάτησαν για τις εορτές των Χριστουγέννων και της
Πρωτοχρονιάς. Οι μαθητές γύρισαν στα χωριά τους να γιορτάσουν με τους
δικούς τους τις άγιες ημέρες. Να εκκλησιασθούν στον τόπο τους, να
συναναστραφούν με τους συντοπίτες τους, να μιλήσουν, να θυμηθούν τα
περασμένα και να φάνε ζεστό φαΐ μαγερεμένο από τη μάνα τους.
Μέσα στην ταλαιπωρημένη
αυτή γενιά των μαθητών, που προήλθε από την καταστρεπτική και θλιβερή
γερμανική κατοχή και τη φτώχεια, ήλθε στη Ζούρτσα κι ένας μαθητής από τη
Ζαχάρω. Ήλθε να γιορτάσει αλλά να αξιοποιήσει και το χρόνο του
δουλεύοντας ανήμερα του Χριστού.
Ο αείμνηστος Παπαγιάννης
από νωρίς εβάρεσε τη καμπάνα του Αγιο-Νικόλα να μαζευτούνε οι ενορίτες
του για να εκκλησιασθούν, να προσευχηθούν να μεταλάβουν και να
ανταλλάξουν ευχές για τα Χρόνια Πολλά.
Τα τζάκια των ζουρτσάνων
καπνίζουν συνεχώς και οι νοικοκυράδες προετοιμάζονται να παν στην
Εκκλησία αλλά και να μαγειρέψουν. Είναι χρονιάρα μέρα. Τα ήθη και τα
έθιμα της Ελληνοχριστιανικής Ζουρτσάνικης παράδοσης συνεχίζονται
αναλοίωτα.
Θα είτανε 10.30 π.μ.
όταν ο μαθητής από τη Ζαχάρω ετοιμάζεται να ταξιδέψει.
Πού θα πάει;
Ο καιρός είναι χάλια.
Φυσάει, βρέχει και κάνει κρύο πολύ. Αλλά πέραν από τη
γιορτή υπάρχει και το καθήκον. Πρέπει να πάει στην Ανδρίτσαινα, να
αγοράσει κάστανα, να τα μεταφέρει στο χωριό και από κεί στη Ζαχάρω να τα
πουλήσει. Έτσι συμβάλει κατά κάποιο τρόπο, στο φτωχό οικογενειακό
προϋπολογισμό, που στα καθημαγμένα εκείνα χρόνια είτανε στα κακά του
χάλια.
Η ημέρα μικρή. Η
διαδρομή είναι μεγάλη. Ανδρίτσαινα-Ζούρτσα έξη (6) ώρες με τη
γαϊδουρίτσα. Η μάνα του, του έβγαλε από τη γιάχνιση να φάει και να
ξεκινήσει για τον προορισμό του. Στην Ανδρίτσαινα δεν υπήρχε κανένας
συγγενής κανένας φίλος. Στην ερώτηση σε ποιόν θα πάω ρε μάνα; Θα πάς στο
κ. Ζευγίτη. Εξεκίνησα. Και το μεγάλο μου παράπονο είτανε και είναι ακόμα
ότι κατά τη διάρκεια της 6ώρου διαδρομής δεν συνάντησα έναν άνθρωπο να
του πω Καλημέρα, Χρόνια Πολλά! Έβρεχε, φυσούσε και ο κόσμος γιόρταζε
μετά την Εκκλησία στο παραγώνι του λέγοντας παραμύθια και ιστορίες για
τη γέννηση του Θεανθρώπου.
Στις επτά (7) το βράδυ
φθάνω στο σπίτι κάποιου κυρίου Ζευγίτη. Ούτε τον ήξερα ούτε με ήξερε.
Έφτανε όμως ότι είτανε Ζουρτσάνος, κι ας είχε φύγει πολλά χρόνια από το
χωριό. Το σπίτι του μικρό, η αγάπη του μεγάλη-απέραντη. Στην ερώτηση,
είναι του κυρίου Ζευγίτη το σπίτι; Ένα ζευγάρι απλών ανθρώπων άνοιξε την
αγκαλιά του με τόση αγάπη και τόση ανθρώπινη ζεστασιά που ο μαθητής
έμεινε άφωνος και εκστατικός από τον πλούτο των αισθημάτων και της
φιλιξενείας των πτωχών αυτών ανθρώπων.
Έκαναν ότι μπορούσαν για
να περιποιηθούν ένα ταξιδιώτη που ήρθε από το πουθενά. Να με
καλωσορίσουν, να με ανακουφίσουν με τις ευχές τους, με τη στοργή τους,
με το χαμόγελό τους, ότι όλα θα πάνε καλά.
Την επομένη που άνοιξαν
τα μαγαζιά αγοράσαμε τα κάστανα και τους αποχαιρέτησα με δάκρυα
ευγνωμοσύνης, αγάπης και υποχρέωσης.
Γύρισα στη Ζούρτσα με
άλλα αισθήματα χαρούμενος που γνώρισα ένα ζευγάρι απλών βιοπαλαιστών της
ζωής που δίνανε και την ψυχή τους στο βωμό της φιλοξενίας για έναν
άγνωστο συμπατριώτη τους.
Πόσο έχουν αλλάξει οι
καιροί. Γινόμαστε δυστυχώς χειρότεροι. Ευτυχώς όχι όλοι. Χάσαμε τις
καρδιές μας, το φιλότιμο, τη φιλία μας, την ανυπόκριτη αγάπη μας για
γνωστούς και άγνωστους. Γίναμε ξένοι στο περιβάλλον μας. Μένουμε μοναχοί
μέσα στο πλήθος. Χωρίς να πλησιάζουμε ο ένας τον άλλο. Χωρίς να
ανταλλάσσουμε απόψεις για τα προβλήματά μας, χωρίς να βρίσκουμε λύσεις
σ’αυτά ενώ υπάρχουν.
Αποφεύγουμε, όχι όλοι
ευτυχώς, το διάλογο, γίναμε εγωϊστές επειδή αποκτήσαμε δεύτερο
κουστούμι. Η εποχή του 1946 απέχει αρκετά από το 2007. Οι περιπέτειες
της ζωής και τα χρόνια άλλαξαν τους τρόπους μας. Ζευγάρια σαν του
αείμνηστου Ζευγίτη υπάρχουν πλέον πολύ σπάνια. Χαλάρωσαν οι ηθικοί
κανόνες ήρθε ο σοβάς να καλύψει τη φτώχεια μας και την αναλγησία μας
προς τον πλησίον, ιδίως έναντι εκείνων που μας έχουν ανάγκη τις ημέρες
αυτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Χρόνια Πολλά.
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΒΛΑΜΗΣ |