|
Στα μέσα της δεκαετίας
του ’50, λίγα χρόνια μετά την κατοχή και τον εμφύλιο, τότε που το Κράτος
ανασυγκροτούσε δυνάμεις και η ελληνική οικογένεια τις δικές της, στη
Ζούρτσα λειτουργούσε Οικοκυρική Σχολή. Χωρίς δίδακτρα, η λειτουργία της
ήταν προφανώς απόροια κάποιου σπάνιου τότε κοινωνικού προγράμματος.
Δασκάλα της Σχολής η Κα
Βούλα. Μαθήτριές της οι κοπέλες του χωριού αλλά και κοπέλες από τα γύρω
χωριά, που τελείωναν το Δημοτικό Σχολείο και δεν προχωρούσαν στο
Γυμνάσιο. Δεν ήταν εύκολο εκείνα τα χρόνια να σπουδάζουν όλα τα παιδιά
της οικογένειας και μάλιστα όταν ήταν πολλά. Η οικογένεια έκανε την
επιλογή της ανάλογα με την έφεση κάθε παιδιού στα γράμματα, αλλά κυρίως
με βάση την οικονομική της κατάσταση η οποία πολλές φορές ήταν άθλια.
Προτίμηση είχαν τα αγόρια πάντα έναντι των κοριτσιών.
Πολλές φορές δεν
μπορούσε να σπουδάσει κανένα παιδί από την οικογένεια. Γυμνάσιο δεν
είχαμε στο χωριό και οι γυμνασιακές σπουδές ήταν πολυέξοδες για τα
δεδομένα της εποχής. Έπειτα οι αγροτικές δουλειές και η κτηνοτροφία,
ήθελαν χέρια, και οι μεγάλοι δεν επαρκούσαν. Οι οικογένειες ήταν
πολυμελείς, Συνηθισμένη σύνθεσή τους ήταν, οι γονείς, πέντε-έξι παιδιά,
πολλές φορές και περισσότερα και μαζί έμεναν η γιαγιά και ο παππούς.
Συνεπώς πολλά κορίτσια, ακόμη και αν η εξυπνάδα τους, τους επέτρεπε να
σπουδάσουν, έμεναν στο σπίτι. Όμως το μεράκι της μάθησης υπήρχε, κι έτσι
βρήκαν διέξοδο στην Οικοκυρική Σχολή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν
επιτήδειες στο νοικοκυριό, στη τέχνη της ραπτικής, του κεντήματος, του
αργαλειού, του πλεκτού. Να γίνουν αργότερα καλές μανάδες, να μάθουν και
να ακολουθούν τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας και έτσι να διατηρήσουν
την πολιτισμική του ταυτότητα.
Γι΄αυτό λοιπόν η Κα
Βούλα είχε πολλές νεαρές μαθήτριες. Αλλά και οι ηλικιωμένες γυναίκες
ήταν επίσης ευπρόσδεκτες. Έπαιρναν από τη Σχολή σχέδια και συμβουλές για
να κάνουν καλύτερη την προίκα των κοριτσιών τους. Κάποιες φορές
συμμετείχαν και μικρότερα κορίτσια, όπως και εγώ, που πήγαιναν στο
Δημοτικό. Για όλες ήταν απαραίτητα τα στοιχειώδη που διδάσκονταν. Να
ράβουν ένα κουμπί, ένα στρίφωμα, ένα μπάλωμα, μια μεταποίηση,
συνηθισμένο πράγμα για την εποχή. Το ρούχο έπαιρνε πολλές μεταποιήσεις
μέχρι να πεταχτεί ή μάλλον μέχρι να γίνει κουρελού. Άλλοτε φάρδαινε,
άλλοτε μάκραινε, άλλοτε γύριζε από την ανάποδη, το ίδιο και οι ραφές του
και φαινόταν καινούργιο, αφού από την όψη είχε ξεθωριάσει από την χρήση.
Λίγα τα φόρια (ρούχα ένδυσης) του καθενός τότε.
Εκείνο όμως που μου έχει
μείνει αξέχαστο, είναι ότι η όλη προσπάθεια δεν είχε κανένα στοιχείο
εξαναγκασμού. Η συμμετοχή και μόνο, μείωνε οποιοδήποτε αίσθημα στέρησης,
ενώ γέμιζε τις μαθήτριες δημιουργηκότητα για ότι χειροτεχνούσανε.
Όλα ήταν ευχάριστα και όμορφα. Η χαρά της δημιουργίας έκανε τις κοπέλες
της Σχολής γελαστές, χαρούμενες και ευτυχισμένες. Πιστεύω ότι σε όλες
έχει μείνει μια καλή ανάμνηση.
ΔΗΜ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΙΔΟΥ
Στη φωτογραφία αρκετές
από τις κοπέλες που παρακολουθούσαν τα μαθήματα της Σχολής και είναι οι
παρακάτω:

Πρώτη σειρά από αριστερά προς τα δεξιά.
1. Η Δασκάλα της
Σχολής η Κα Βούλα.
2. Σακελαριάδη
Άννα του Αθανασίου
3. Πιτσινή Φωτεινή
του Γεωργίου
4. Μαθήτρια μάλλον
από το Λέπρεο.
5. Λιάπη Μαρία του
Δημητρίου
6. Μαυροειδή Σία
του Γεωργίου
7. Νεοφώτιστου
Γεωργία του Παναγιώτη
8. Κουτσούνη Ελένη
του Αναστασίου
9. Λιάπη Παναγιώτα
του Περικλή
10. Παλαιοθόδωρου Μηλιά του Κων/νου
Δεύτερη σειρά από αριστερά προς τα δεξιά.
11. Μαυροειδή Χρυσούλα του Γεωργίου
12. Παπαδοπούλου Τασία του Παναγιώτη
13. Φαραζή Τούλα του Δημητρίου
14. Νεοφώτιστου Ελένη του Παναγιώτη
15. Καραχάλιου Δήμητρα του Νικολάου
16. Καπογιάννη Ελευθερία του Χρήστου
17. Κακούρη Πηνελόπη του Ευαγγέλου
18. Δημοσθενίδου Δημ. του Γεωργίου
|