|
Τον Ιούλιο του 2007 η
κριτική επιτροπή για βράβευση ποιητικών συλλογών, συσταθείσα από το
Υπουργείο Πολιτισμού, και συγκεκριμένα για τα κρατικά βραβεία ποίησης
του έτους 2006, απένειμε το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης στον ποιητή
Τάσο Γαλάτη. Η επίσημη απονομή του βραβείου έγινε το Δεκέμβριο του
2007.
Ο
Τάσος Γαλάτης
(ποιητικό ψευδώνυμο του Τάσου Παπαδόπουλου, υιού του Αριστομένη Αν.
Παπαδόπουλου και της Βικτωρίας Ιω. Πιπιλή) Μωραΐτης την καταγωγή, από τη
Ζούρτσα Ολυμπίας, γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς τον Δεκέμβριο
του 1937 και μεγάλωσε στην Καλογρέζα και στη Νέα Ιωνία. Σπούδασε στη
Φιλισοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως Φιλόλογος στη
Μέση Παιδεία σε διάφορα σχολεία του εσωτερικού και του εξωτερικού.
Ποιήματά του δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πανσπουδαστική
(Απρίλιος 1962). Έως σήμερα έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. (Η
μυθολογία του δάσους, Κοινόβιο 1962. Τα Παροράματα, Αθήνα
1968. Τα Χαράγματα, Πλέθρον 1986. Ανιπτόποδες και Σφενδονίτες
εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005. Ο Σημειωμένος,
Gutenberg
2005). Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγγλικά από τον
George
Thaniel
(Γιώργος Δανιήλ).
Στην κριτική επιτροπή
υποβλήθηκαν 98 ποιητικές συλλογές, από αυτές έλαβε το Πρώτο κρατικό
βραβείο η ποιητική συλλογή του Τάσου Γαλάτη «Ανιπτόποδες και
Σφενδονίτες».
Στην τελική εισήγησή του
ο Κώστας Σοφιανός, μέλος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας,
κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου 2007, σημειώνει για τη βράβευση της
συλλογής:
Από αυτές τις 98
συλλογές, εισηγούμαι τη βράβευση της συλλογής Ανιπτόποδες και
Σφενδονίτες του Τάσου Γαλάτη, για όσους λόγους εκθέτω πάρα κάτω, με
αποφασιστικό, ειδικότερα, κριτήριο την εντελέστερη, σε σχέση με όλες τις
άλλες, αναγωγή του ποιητικού Βιώματος στο βίωμα του μέσου
«καλλιεργημένου» αναγνώστη.
Τάσος Γαλάτης,
Ανιπτόποδες και Σφενδονίτες: Εξαίρετα λυρικά έπη. Ο απόηχος του εμφυλίου
και η στενότητα της μετεμφυλιακής Καλογραίζας σε ελεύθερους, καίριους,
ανεπιτήδευτους, πειστικούς στίχους. Ποίηση-ρεπορτάζ. Ποίηση ισοδύναμη
ιστορικού και λαογραφικού δοκιμίου. Ποίηση θεμελιωμένη στο στέρεο έδαφος
ακμαίας αρχαιογνωσίας. Πυκνές αναγωγές στους κλασικούς, δίχως ίχνος
«φιλολογίας». Υποδόριες διασταυρώσεις με τους κλασικούς της ευρωπαϊκής
γραμματείας δίχως ίχνος ξιπασιάς.
Εξοντωτική κριτική της
καθολικής σήψης και αθλιότητας του ρωμαίικου, δίχως ίχνος διδακτισμού.
Υπέρβαση της ανεύθυνης, φλύαρης, αρχοντοχωριάτικης, σοβαροφανούς
«προβληματικής» περί συνεχείας ή ασυνεχείας του ελληνισμού, με έναν
στίχο. Εξαντικειμενίκευση του απολύτως προσωπικού βιώματος καθενός και
όλων όσοι αναμένουν είδηση ζωής ή θανάτου στους προθαλάμους των
εξεταστικών – βιοϊατρικών κέντρων. Σκωπτικά στωϊκός, γενναίος πρό της
φθοράς του σώματος και της σκιάς του επερχόμενου θανάτου, δίχως τις
στιχηρές εκζητήσεις που παράγουν ακατασχέτως «θεωρίες» περί
σωματο-ποίησης. Υπαινικτικά ερωτικός, θρηνεί χωρίς να ολοφύρεται, τον
πνιγμό
του αγαπημένου. Ειρωνικός,
σατυρικός, στοχαστικός, ανατρεπτικός δίχως απώλεια του μέτρου. Σαφή,
διαυγή, απλά, ελληνικά.
Κάθε άλλο παρά η
κρυπτική γλώσσα των τάχα «προβληματισμένων» ποιητών που κανείς δεν
καταλαβαίνει. Απευθύνεται εξίσου στους ομότεχνους, στους «επαρκείς»
(όρος κι αυτός) και στους «ανεπαρκείς» αναγνώστες. Από τις καλύτερες
ποιητικές συλλογές που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια.
Οι συντεταγμένες της
ποίησης του Γαλάτη συνιστούν ένα τετράπλευρο με πλευρές τον τρόμο, τη
φύση, το θάνατο και την ιστορία. Ο τρόμος κυριαρχεί στην ποίησή του,
καθώς απορρέει τόσο από εσωτερικές, όσο και από εξωτερικές συνιστώσες. Η
φύση και προπαντός το δάσος με τα δένδρα και τα ζώα του, κυρίως στα δυό
πρώτα βιβλία, αποτελεί εκτός των άλλων, πηγή ουσιαστικών μεταφορών. Ο
θάνατος αντιμετωπίζεται ως μιά πραγματικότητα, οικεία μαζί και ανοίκεια,
που υπάρχει παντού γύρω, προκαλώντας υπαρξιακή αγωνία. Η ιστορία
παρουσιάζεται αμείλικτη και παρέχει αφορμή συλλογισμών σχετικά με την
ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο Γαλάτης είναι βιωματικός ποιητής και εν πολλοίς
αυτοβιογραφικός. Μέσω της «αυτοβιογραφίας» του, ωστόσο, καταγράφει και
φωτίζει και τα ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά δεδομένα της εποχής του.
Το αυτοβιογραφικό υπόστρωμα της ποίησής του αποτελεί πάντοτε έναν
κίνδυνο, που στις καλές του στιγμές ο ποιητής αντιμετωπίζει επιτυχώς και
δίνει πράγματι υπέροχα και άρτια ποιήματα. Με την τολμηρότητα της γραφής
του απολυτρώνεται και γίνεται στην ποίησή του ασυμβίβαστος και αντίθετος
σε κάθε μορφή εξουσίας.
Η νοσταλγία για τη
μαγεία της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, καθώς και οι μνήμες των
μαθητών του στα διάφορα σχολεία που υπηρέτησε ως καθηγητής, αποτελούν
κοιτάσματα, από τα οποία ο Γαλάτης εξορύσσει πολλά ποιητικά
μεταλλεύματα. Από την άλλη η ανίχνευση τόσο της συλλογικής όσο και,
κυρίως, της ατομικής μοίρας φαίνεται πως απασχολεί ιδιαίτερα τον ποιητή.
Η ποίησή του αποπνέει
χωρίς αμφιβολία αισθαντικότητα, ενώ πολλές φορές ο ποιητής εμφανίζεται
φιλοπαίγμων, αλλά και ειρωνικός, σαρκαστικός και αυτοσαρκαστικός. Η
γραφή του συγκροτεί ένα κράμα προφορικότητας και λογιότητας. Ο ποιητής
από τη μιά αξιοποιεί τα λαϊκά ακούσματά του, ενώ από την άλλη η
γενικότερη μόρφωσή του και ειδικότερα η αρχαιογνωσία του λειτουργεί ως
πηγή αλλά και ως μέσο για να εκφραστούν οι ποιητικές του συλλήψεις.
Ο Νομπελίστας ποιητής
Οδυσσέας Ελύτης, σε επιστολή του στον Παναγιώτη Καρματζό για τα
«Παροράματα» του Τάσου Γαλάτη, εκφράζει τη γνώμη του, (από το 1968) για
την ποιητική και την ποίηση του βραβευμένου ποιητή, που νομίζω έχει
ιδιαίτερη βαρύτητα:
Έλαβα την ποιητική
συλλογή του κ. Τάσου Γαλάτη «Τα Παροράματα». Υποθέτω ότι, για να δίνει
τη δική σου διεύθυνση, είναι φίλος και συμπολίτης σας. Πολύ σας παρακαλώ
λοιπόν, επειδή την εποχή αυτή δεν στέλνω ιδιαίτερα ευχαριστήρια
γράμματα, να του διαβιβάσεις τα συγχαρητήριά μου. Είναι από τα λίγα
βιβλία που αντιμετωπίζουν σοβαρά το ποιητικό πρόβλημα και που η ποιότητά
τους βρίσκεται σε τόσο υψηλό επίπεδο. Πρόκειται για ποιητή με
συγκροτημένη και ξεχωριστή προσωπικότητα.
Τέλος εκφράζω και εγώ τα
συγχαρητήριά μου στο βραβευμένο ποιητή Τάσο Γαλάτη και του εύχομαι
συνεχή ανοδική πορεία στο ποιητικό στερέωμα.
Βασίλης Αθ.
Κλέντος
Υ.Γ. Δημοσιεύουμε στο
παρόν φύλλο της εφημερίδας «η Ζούρτσα» ποιήματα του Τάσου Γαλάτη
αναφερόμενα στη πολυαγαπημένη μας Ζούρτσα και στους κατοίκους της. Από
την ποιητική συλλογή Ανιπτόποδες και Σφενδονίτες.
OYTIΣ
στον
Xρίστο
Pουμελιωτάκη
Mantua
me genuit...
BIPΓIΛIOΣ
Mε
γέννησαν η
Zούρτσα
και το
Aργοστόλι
μεγάλωσα στην
Kαλογραίζα
και στους Ποδαράδες
έκανα δάσκαλος επάνω στα βουνά.
Θα
ήθελα κι εγώ, σαν τον κύκνο της
Mάντουας
να
είχα τραγουδήσει βοσκούς, αγρούς και ήρωες
όπως, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο
έθαλλαν τότε ακόμη
όταν άνοιγαν στο φως τα βρεφικά μου μάτια.
Oι
παιδικοί μου φίλοι και συμμαθητές
που
οι πατεράδες τους δούλευαν στα λιγνιτωρυχεία
και
οι μανάδες τους στα υφαντουργεία του
Mουταλάσκη
μπορούν να είναι μάρτυρες
αν
εξακολουθούν να θυμούνται
τις
σχολικές μας εκδρομές πεζή στα
Mάρμαρα
ή
με το φορτηγό στο Σούνιο και στην Πεντέλη.
Δεν
πρόλαβα
πάει καιρός που όλα τούτα πνίγηκαν
στο
βόμβο και στους καπνούς της λεωφόρου.
Δεν
έχω πια πατρίδα, δεν πιστεύω σε θεούς
ούτε γνωρίζω ακριβώς ποιός είμαι
στο
τέρας του καιρού
που
μ’ έχει φυλακίσει στη σπηλιά του
σαν
με ρωτάει απαντάω ανυπόκριτα
Oύτις.
TO
ΨYXOPPAΓHMA
Όταν πρωτογνώρισα τα
Πιπιλέϊκα
ήταν από καιρό ένα
ρημαγμένο αρχοντικό
τρίζανε τα σαρακιασμένα
σανίδια στα πατώματα
ήταν επικίνδυνο να βγεις και να σταθείς στα ετοιμόρροπα μπαλκόνια.
Yπήρχε
όμως ακόμη ατόφιο το σαλόνι του θείου του Γιατρού
όπως συνήθιζε η μάνα μου
να λέει μια ζωή
οι βιεννέζικες καρέκλες
και οι πολυθρόνες
η κονσόλα με τον
παμπάλαιο βενετσιάνικο καθρέφτη
τ’ αθάνατα σεντούκια και
οι κρεμαστές οι λάμπες.
O
θείος ο γιατρός και ο μοναχογιός του
που έφυγε σκαστός για
την
Aμερική
για ν’ αποχτήσει τη φήμη
χρυσοφόρου
Mπρούκλη
αποτελεί ένα κεφάλαιο
της
Zούρτσας
μα δεν μπορώ να το
ταιριάξω εδώ.
Θέλω μονάχα να σταθώ στ’ απομεινάρια της βιβλιοθήκης του
τον
Pαγκαβή,
τον Σάθα, τον Φάουστ του Γκαίτε
σε
μετάφραση Στρατήγη και ιδιαίτερα
τα
έργα του
Aλεξάνδρου
Σούτσου δεμένα στον ίδιο τόμο
μ’
επικεφαλής τον «Περιπλανώμενο» στην έκδοση του 1874.
Δεν
παύει να τριβελίζει σαν τρυπάνι το μυαλό μου ο στίχος
«Θλιβερά εικών του Έθνους σήμερον ψυχορραγούντος»
η
Zούρτσα,
η
Eλλάς
του Σούτσου, η
Eλλάδα
του 2004.
περισσότερα >>> |