|
Η διατήρησις εις την
μνήμην μας ζωντανών και αυθεντικών γεγονότων του παρελθόντος, εκτός από
το ευχάριστον αίσθημα το οποίον συχνά μας δημιουργεί, αποτελεί συγχρόνως
πηγήν γνώσεως και οδηγόν δια το μέλλον. Η ιστορία, ακόμη και η
περιωρισμένη τοπική, πρέπει να μας διδάσκη και να μας καθοδηγή εις τον
τρόπον ζωής και συμπεριφοράς
Εις μίαν περιωρισμένην
κοινότητα, με όχι ανεπτυγμένας τας πολιτιστικάς εκδηλώσεις, χωρίς
δυνατότητα επαφής με πλέον ανεπτυγμένας κοινωνίας, το παράδειγμα και ο
τρόπος συμπεριφοράς των τοπικών πνευματικών παραγόντων είναι εκείνα που
δημιουργούν την παράδοσιν εις τον τόπον και αποτελούν τον μεγάλον
δάσκαλον δια τους μεταγενεστέρους.
Η Ζούρτσα είχε την τύχην
να έχη πολλά παιδιά με πνευματικάς ικανότητας, μόρφωσιν και
δραστηριότητα, ώστε να είναι ζωντανόν παράδειγμα δια τους πολλούς. Το
παράδειγμα διδάσκει διαρκώς, ενώ τα λόγια φεύγουν... Μεταξύ των πολλών,
δύο σεβαστούς και αγαπητούς θείους ξεχώρισα και των οποίων τις διηγήσεις
και ιστορίες με θαυμασμόν και κατάνυξιν ήκουα και απελάμβανα εις κάθε
μας συνάντησιν. Πρόκειται δια τον μπάρμπα-Γιάννην Β. Πιπιλήν και
μπάρμπα-Γιάννην Ν. Δόξαν, πρώτους εξαδέλφους του πατρός μου.
Ο πρώτος, αγρότης, χωρίς
ιδιαιτέραν μόρφωσιν, πλήν όμως μεγάλης πνευματικής δυνάμεως, ενάρετος,
εργατικός, αγαθός, ουδέποτε κακολογήσας άνθρωπον, ουδέποτε οργισθείς ή
βλασφημήσας. Και όταν τυχόν έκανε κατάχρησιν οίνου, ήτο πάντα σοβαρός,
ευπρεπής και αμίλητος. Όλα τα καλοκαίρια στην παιδικήν μου ηλικίαν τον
θυμάμαι στο χαγιάτι του αγροτικού μας σπιτιού στο Μπούζι να διηγείται
ωραίες ιστορίες, πολλές δε αναφερόμενες και στον πατέρα μου τον οποίον
υπερηγάπα, εγώ δε δεν είχα την τύχην να γνωρίσω, ήμουν μόνο τριών ετών
κατά τον θάνατόν του. Τα χρόνια της κατοχής 1941-45 παρέμεινα εις Μπούζι
ιατρός πλέον και η συντροφιά του μπάρμπα-Γιάννη ήτο δι’ εμέ χαρά και
απόλαυσις. Απελάμβανα την καταπληκτικήν του αφηγηματικότητα, τις ωραίες
ιστορίες που ήσαν διηγήσεις γεγονότων αθώαι, ουδέποτε αναφερόμεναι εις
μίση, κακότητας ή ανηθίκους πράξεις. Αι διηγήσεις επαναλαμβάνοντο κάθε
φορά με ακρίβειαν πλάκας γραμμοφώνου, εσημείωνα δε ότι και ωρισμέναι
παρεκβάσεις του ή κρίσεις επί των διηγουμένων ετοποθετούντο εις το ίδιον
χρονικόν σημείον. Πώς να ξεχάσης τέτοιον άνθρωπον που δεν συναντάς
συχνά, ει μή μόνον εις διηγήματα;
Ο άλλος μπάρμπα-Γιάννης,
ο Δόξας έτυχε μορφώσεως και ανεγνωρίσθη νομικός διδάσκαλος ανυπέρβλητος.
Εις το Νομικόν του φροντιστήριον εφοίτησαν πολλοί των μετέπειτα
καθηγητών του Πανεπιστημίου, των διακεκριμένων δικηγόρων και ανωτέρων
διοικητικών υπαλλήλων. Ο μπάρμπα-Γιάννης ήτο η προσωποποίησης της
καλωσύνης, της εργατικότητος και της αγάπης προς κάθε καταγόμενον εκ
Ζούρτσης. Συνεκινείτο δια κάθε νέον από την γενέτειρα και έδιδε κουράγιο
εις κάθε νέον που ήρχετο δια σπουδάς ή εργασίαν εις την πρωτεύουσαν.
Κατέλαβεν εξαιρετικήν κοινωνικήν θέσιν και είχε την δυνατότητα να βοηθή
και να θεωρή τούτο ως καθήκον του. Ήτο ενθουσιώδης και δημιουργούσε κέφι
σε κάθε συγκέντρωσιν, ιδιαιτέρως δε τα χρόνια που ήτο Πρόεδρος του
Συλλόγου των Ολυμπίων. Εις τας πολλάς συγκεντρώσεις που δημιουργούσε και
στις οποίες πάντα με προσκαλούσε, ήτο απόλαυσις να παρακολουθής τους
καταρράκτας των ανεκδότων του και των ιστοριών με επίκεντρον πρόσωπα του
τόπου μας. Δια να ανακατατάξη κανείς τις διηγήσεις του μπάρμπα-Γιάννη θα
χρειαζόταν χρόνος πολύς, αλλά κυρίως θα χρειαζόταν δύναμις χρονογράφου
ώστε να τις παρουσιάση όμορφα και ευχάριστα.
Ζουρτσάνικα ανέκδοτα και
επεισόδια χωρίς κακότητα και υστεροβουλίες υπάρχουν, όπως σε κάθε τόπον,
άφθονα. Θα περιορισθώ εδώ σε δύο χαρακτηριστικά της παλαιάς κοινωνικής
ζωής στην Ζούρτσα, όπως τα ήκουα από τους θείους μου.
Το καφενείον του
Καλογιάννη και η μεγάλη μουριά ήσαν τα εντυπωσιακά και πλέον
χαρακτηριστικά σημάδια του χωριού μας. Τις καλοκαιρινές ημέρες τα
τραπεζάκια απλώνοντο κάτω από την μουριά, τον δε χειμώνα μέσα εις την
αίθουσαν του καφενείου όπου επικρατούσε ο θόρυβος των χαρτοπαικτών ή των
παικτών του τάβλι, οι οποίοι συνεχώς ημφεσβήτουν ο είς την αξίαν του
άλλου, με πλέον φανατικούς τους παρακολουθούντας τα παιχνίδια. Στο
καφενείον υπήρχε πάντα και κάποια Αθηναϊκή εφημερίδα, όχι βέβαια
καθημερινά και οι φιλαναγνώσται εφρόντιζαν ποιός θα πάη το απόγευμα
ενωρίτερον στο καφενείον δια να έχει το προνόμιον να διαβάση πρώτος τα
νέα που τόσον καθυστερημένα εγίνονται γνωστά. Παρατεταμένη κατοχή της
εφημερίδος προκαλούσε δυσανασχέτηση εις τους θαμώνας και ο
μπάρμπα-Γιάννης ο Δόξας ηρέσκετο να μας περιγράφη τον Χρήστον Κρανάσην ο
οποίος γενόμενος κάτοχος της εφημερίδος την εδιάβαζε βραδέως και
εμβριθώς, αναφωνών επί πλέον κάτι όπως «Αχά! Μια δεκάρα το χορίδι (ο
ασβέστης) στην Αθήνα!...», εν μέσω των αγανακτισμένων θαμώνων που
έβλεπαν ότι εδιάβαζε και τα ψιλά γράμματα ενώ εκείνοι επερίμεναν πώς και
πώς να τους παραδώση την εφημερίδα!
Γυμνασιακάς σπουδάς λίγα
παιδιά είχαν την δυνατότητα να ακολουθήσουν. Το πλησιέστερον Γυμνάσιον
ήτο της Ανδρίτσαινας και εκεί ενεγράφησαν ο Ιωάννης Ν. Δόξας, ο Πέτρος
Β. Πιπιλής και ο Αλέκος Αλ. Παπαδόπουλος, συνομίλικες και οι τρείς
γεννηθέντες το 1877 (;). Κατά τις Απόκρεω του 1890-91, την Τσικνοπέμπτην
και οι τρείς των παρασυρθέντες και από παιδιά γειτονικών χωρίων
απεφάσισαν να το σκάσουν από το σχολείον και να κατεβούν εις την
Ζούρτσαν διά να απολαύσουν επ’ ολίγον την οικογενειακήν θαλπωρήν αλλά
κυρίως τις αποκριάτικες λιχουδιές, μπριζόλες, λουκάνικα, οματιά, κλπ.
Ξεκινούν λοιπόν πρωί με κακοκαιρίαν και φθάνουν κουρασμένα, βρεγμένα,
ταλαιπωρημένα, με τρύπιες τις σόλες των παπουτσιών τους.
Ανοίγει ο μικρός Γιάννης
την εξώπορταν του σπιτιού του και βλέπει τον πατέρα του Νικολάκην να
κρατά ένα κλαδευτήρι και να κόβη ξύλα δια το τζάκι. Μόλις βλέπει τον
γιόν του χωρίς να τον περιμένει, του φωνάζει: «Πίσω στο σχολείο σου
αμέσως!» και του πετά το κλαδευτήρι. Ευτυχώς ότι ηστόχησε... Φεύγει ο
Γιάννης και στέκεται κάτω από το σπίτι του Βασίλη Πιπιλή όπου ηκούοντο
τα κλάματα του Πέτρου ο οποίος εδέρετο από τον αδελφόν του ιατρόν Παν.
Πιπιλήν. Μετά από τέτοιο καλωσόρισμα φεύγουν και οι δύο και φωνάζουν τον
Αλέκο (το σπίτι του ήτο το παλαιόν του Παν. Ζαριφόπουλου) δια να
γυρίσουν στην Αδρίτσαινα. Ευτυχώς η μητέρα του Αλέκου, πλέον
αισθηματική, επήρε μέσα τα παιδιά, τα περιποιήθηκε, κοιμήθηκαν καλά και
πρωί-πρωί έφυγαν δι’ Ανδρίτσαιναν. Με πολλά γλυκά και τρόφιμα και με την
εμπειρίαν της αυστηρότητος των μεγάλων.
Πόσες φορές δέν
ενθυμούμαι τους καλούς αυτούς θείους να διηγούνται την ανωτέρω ιστορίαν
και να γελούν μέχρι δακρύων. Εγώ εις κάθε συντάντησίν μας τους
προεκάλουν να διηγηθούν ανέκδοτα παλαιά και ιδιαιτέρως την περιπέτειάν
των την αποκριάτικην. Η περιγραφή της χειμωνιάτικης διαδρομής των τριών
παιδιών από Ανδρίτσαιναν εις Ζούρτσαν με βροχή και κρύο, θύμιζε
διηγήματα του Παπαδιαμάντη και ήτο πάντα ευχάριστη και επιθυμητή.
Αι δυσκολίαι της εποχής
εκείνης δεν ημπόδισαν τους έχοντες έφεσιν προς μάθησιν, θέλησιν προς
έργασίαν, επιμονήν και καρτερικότητα προς επιτυχίαν, να αναδειχθούν σε
πρότυπα καλών και αγαθών συμπολιτών. Δι’ ημάς τους μεταγενεστέρους
υπήρξαν οι μεγάλοι διδάσκαλοι και φωτεινοί οδηγοί, δια τον τόπον μας δε,
τα πνευματικά κεφάλαια, τα οποία διατηρούνται και πρέπει να μένουν
ανεξίτηλα εις την μνήμην μας. Η ιστορία ενός τόπου πρέπει να διατηρήται
ζωντανή, να διδάσκη και να φρονιματίζη.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΠΙΠΙΛΗΣ |