|
Πριν από αρκετές δεκαετίες η Ζουρτσάνα μάνα,
στοργική και προβλεπτική, όταν έφερνε στον κόσμο κορίτσι, πριν καλά καλά
κάνει τα πρώτα του βήματα, προμηθεύονταν μια ή και περισσότερες υφαντικές
ύλες τις οποίες επεξεργάζονταν και μετατρέποντάς τες σε στημόνια και
υφάδια, έστηνε λάκκο και άρχιζε το υφάσιμο των προικιών της.
Η βιασύνη της αυτή ήταν δικαιολογημένη, γιατί
«τα υφαντά» προικιά του κοριτσιού της που έπρεπε να ετοιμάσει ήσαν πολλά
και δεν υφαίνονταν μέσα σ’ ένα ή δύο χρόνια.
Τα χρόνια περνούσαν γρήγορα «το κορίτσι
μεγάλωνε σαν να το τραβούσες από τα μαλλιά», μεγάλωνε από χρόνο σε χρόνο
και το ύψος του «γιούκου» από τα «υφαντά» που πρόσθεταν, όταν τα
ξύφαιναν.
Οι υφαντικές ύλες που κάθε χρόνο προμηθεύονταν
ήταν φυσικές και προέρχονταν άλλες από το ζωικό βασίλειο, όπως το μαλλί
των αιγοπροβάτων και άλλες από το φυτικό που ήσαν οι ίνες του λιναριού
που το καλλιεργούσαν στα χωράφια τους και του σπάρτου που για να το
κόψουν χλωρό και να το μεταφέρουν μέχρι την αυλή του σπιτιού τους, μάνα
και κόρη μαζί με το γαϊδουράκι τους, μεσοκαλόκαιρα, «έπαιρναν τα βουνά
και τα καταράχια» και έφταναν μέχρι τις σπαρτιώνες που βρίσκονταν στις
πλαγιές των βουνών της Αμπελιώνας, περιοχή κοντά στο χωριό Λυνίσταινα.
Παλαιότερα λένε πως οι Ζουρτσάνοι και ιδιαίτερα
οι γυναίκες ασχολούνταν και με τη σηροτροφία για την παραγωγή μεταξιού
από τα κουκούλια. Για το λόγο αυτό είχαν μια μεγάλη μουριά στην αυλή του
σπιτιού τους και πολλές άλλες στις άκρες των κήπων τους για την εκτροφή
από τα φύλλα τους των μεταξοσκωλήκων.
Οι συνηθισμένες αργότερα πρώτες φυσικές ύλες,
το μαλλί των αιγοπροβάτων, το λινάρι και το σπαρτό, πριν να γίνουν υφάδια
και στημόνι είχαν υποστεί πατροπαράδοτες επεξεργασίες, που διέφεραν από
ύλη σε ύλη.
Εδώ θα αναφερθώ στην προμήθεια και την
επεξεργασία του μαλλιού των προβάτων που ήταν η βασική ύλη για την ύφανση
των ράσινων κλινοσκεπασμάτων και στρωσιδιών.
Η κάθε μάνα τα μαλλιά για τα ράσινα του
κοριτσιού της μέχρι να παντρευτεί, τα προμηθεύονταν από τους χωρικούς των
γειτονικών χωριών και ιδιαίτερα από την Βερβίτσα (Πετράλωνα) και τη
Λυνίσταινα, που οι τσοπάνηδες σαν κούρευαν τα πρόβατά τους γύρω στις 20
Ιουνίου τα πατήκωναν μέσα σε μεγάλα σακιά και φορτώνοντάς τα στα μουλάρια
τους τα ’φερναν κάθε Κυριακή στο παζάρι της Ζούρτσας να τα πουλήσουν ή να
τα αλλάξουν με λάδι ή σαπούνι.
Όλες πρόσεχαν τα μαλλιά που έπαιρναν να είναι
από «μπέλιτσες» και «καλέσιες» προβατίνες που είχαν άσπρα μαλλιά και όχι
από «σύβιες» και «λάγιες».
Τα σύβια και τα λάγια μαλλιά τους δεν τα
προτιμούσαν, γιατί τα σύβια είχαν ανακατεμένες άσπρες και μαύρες τρίχες
και τα λάγια ήσαν μαύρα και γι’ αυτό ήσαν ακατάλληλα για πετυχημένες
βαφές που ήθελαν να κάνουν. Ακόμα πρόσεχαν να μην είναι ανακατεμένα με
αρνόκουρα.
Τα μαλλιά που έπαιρναν από τους χωρικούς ήσαν
συνήθως γύρω στις τριάντα οκάδες. Όσες είχαν πολλά κορίτσια και τύχαινε
να έχουν και χρήματα ή γεμάτα τα «τεπόζιτά» τους με λάδι, και πολλές
πλάκες σαπούνι στα ράφια του κατωγιού τους, έπαιρναν πάντα περισσότερες
οκάδες.
Μετά την προμήθεια των μαλλιών ακολουθούσε η
επεξεργασία τους που άρχιζε με το πλύσιμό τους, που γίνονταν συνήθως σε
ποτάμι ή σε πηγή με άφθονο νερό, όπως στο ποτάμι της Πιπιλο-Σπύραινας,
της Φτελιάς, στην Απάνου και Κάτου Μπούρα, στο Καμάρι κ.α.
Η κάθε γυναίκα βοηθώντας από μικρή τη μάνα της
σ’ όλες τις δουλειές, ήξερε καλά ποια διαδικασία έπρεπε να ακολουθήσει
και ποια μυστικά να τηρήσει κατά τη διάρκεια του πλυσίματός τους για να
καθαρίσουν καλά και να γίνουν κάτασπρα χωρίς να βλάψει τη φυσική τους υφή.
Όπως για όλες τις δουλειές έτσι και για το
πλύσιμο των μαλλιών χρειάζονταν ορισμένα αντικείμενα που ήσαν τα εξής: Το
μεγάλο καζάνι (λεβέτι, χαρανί) που δεν έλειπε από κανένα νοικοκυριό και
χωρούσε ενενήντα ως εκατό οκάδες νερό, το χαλκοματένιο τσουκάλι του
νερού, ένα ή δύο κόπανους, δύο κόφες κι ένα μακρύ γερό ξύλο, όχι
πολύ χοντρό, για να πιάνεται εύκολα με τα χέρια.
Τ’ αντικείμενα αυτά μαζί μ’ αρκετά άγρια
καυσόξυλα, χοντρά και λιανά, τα σακιά με πατηκωμένα μέσα τ’ άπλυτα μαλλιά
που επρόκειτο να πλύνουν και με μια παλιά κουρελού, μάνα κα κόρη
ξυπνώντας «μπονόρα» τα φόρτωναν στ’ άλογο ή στο γαϊδουράκι τους βάζοντας
πανωγόμι τα δυο σακιά με τα μαλλιά, για να τα μεταφέρουν στο πλησιέστερο
με τη γειτονιά τους ποτάμι ή πηγή, στο τέλος του Ιουνίου που ήταν ακόμη
άφθονο, το τρεχούμενο καθαρό νερό τους.
Πριν ξημερώσει καλά, έφταναν στο ποτάμι ή την
πηγή και ξεφορτώνοντας τα πράγματα τα κουβαλούσαν κοντά στην πλύστρα και
την «κακαβόστρα» που πάντα υπήρχαν στο ίδιο σημείο της όχθης του, με μικρό
πλάτωμα. Αν τύχαινε δε το χειμώνα «οι κατεβασιές» του, να γκρεμίσουν την
πλύστρα και να εξαφανίσουν την «κακαβόστρα», τις ξανάφτιαχνε και τις δύο
η πρώτη γυναίκα, που σαν καλοκαίριαζε, πήγαινε «και άναβε καζάνι», για να
πλύνει και να «κοφινιάσει» τ’ ασπρόρουχά της, ή απλώς να σαπουνίσει τ’
απαλλαξίδια της οικογένειάς της και τα δικά της.
Διόρθωναν λίγο «την κακαβόστρα», τοποθετούσαν
κατόπιν επάνω το καζάνι και πιάνοντας με το τσουκάλι νερό από το ποτάμι,
το γέμιζαν χωρίς να το ξεχειλίζουν, αλλά σταματούσαν, όταν η στάθμη του
νερού έφτανε μέχρι μια πιθαμή κάτω από το χείλος του.
Μέχρι να ζεσταθεί το νερό, η μάνα μαζί με την
κόρη της πήγαιναν, να «καραβώσουν το νερό» στο μέρος του ποταμιού που
υπήρχε μικρή λούμπα, για να τη μεγαλώσουν βάζοντας μεγαλούτσικες πέτρες
τη μια κοντά στην άλλη και προσθέτοντας στα σημεία που ενώνονταν μικρά
κλαδάκια που έκοβαν από τις χαμηλές κλάρες των γύρω πλατανιών.
Στη μικρή λίμνη που σχηματιζόταν, για να μην
σηκώνονται από το βυθό της χώματα και μικρά χαλικάκια, έστρωναν την παλιά
κουρελού που είχαν φέρει γι’ αυτόν το σκοπό, πετώντας επάνω της και
σκορπιστά μικρές πέτρες για να παραμένει κάτω.
Το «καράβωμα» αυτό του νερού και το στρώσιμο
της κουρελούς στη λιμνούλα το έκαναν και όταν ήθελαν να ξεβγάλουν τα
πλυμένα και «ξεκοφινιασμένα» ασπρόρουχά τους ή τα σαπουνισμένα
απαλλαξίδια τους.
Ύστερα από το σχηματισμό της μικρής λίμνης
πήγαιναν στο καζάνι και η μάνα βυθίζοντας το χέρι της στο νερό, δοκίμαζε
αν είχε ζεσταθεί. Αν το ’βρισκε κατάλληλο, έβγαζε από το σακί περίπου
οχτώ με δέκα οκάδες από τ’ άπλυτα μαλλιά και τα ’ριχνε μέσα στο καζάνι.
Παίρνοντας μετά το μακρύ και γερό ξύλο που
είχαν φέρει μαζί με τ’ άλλα πράγματα, «τα ’φερναν γύρω-γύρω» για να
βυθιστούν καλά μέσα στο νερό και για ν’ ανακατευτούν, πότε η μάνα και
πότε το κορίτσι, που βοηθώντας έβλεπε και μάθαινε κι αυτή τη διαδικασία
του ζεματίσματος των άπλυτων μαλλιών.
Στη συνέχεια η έμπειρη μάνα σήκωνε με το ξύλο
κι έβγαζε έξω από το καζάνι μερικά μαλλιά και με τα χέρια της «τα
ξέντωνε». Αν είχαν μαλακώσει και «άνοιγαν», τα ’βγαζε αμέσως όλα. Αν όχι
τα ’φηνε να πάρουν ακόμα «δύο χόχλους» και όχι περισσότερους, γιατί
υπήρχε φόβος να παραπάρουν και «να καούν».
Μετά «τους δύο χόχλους» με το ίδιο πάντα ξύλο
τα’ βγαζαν από το καζάνι και τα ’ρίχναν επάνω στην πλύστρα, στις μεγάλες
πέτρες που υπήρχαν εδώ κι εκεί μέσα στο ποτάμι καθώς και στις γύρω
μάντρες, αφού προηγουμένως τις καθάριζαν από τα χώματα και τα σκουπιδάκια
ρίχνοντας νερό με το τσουκάλι και τ’ άφηναν εκεί για να στραγγίσει «ο
πίνος» και για να κρυώσουν
Ύστερα από την «πρώτη καζανιά» ακολουθούσε με
τον ίδιο τρόπο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη, προσθέτοντας πριν από κάθε
«νέα καζανιά» νερό στο καζάνι μέχρι η στάθμη του νερού να φτάσει στο ίδιο
σημείο που ήταν κατά «την πρώτη καζανιά», μια πιθαμή δηλ. κάτω από το χείλος
του. Αυτό το έκαναν αφ’ ενός μεν γιατί με το βγάλσιμο των ζεματισμένων
μαλλιών, το νερό αφαιριόταν και έπρεπε να προστεθεί για «να πλέουν» τα
μαλλιά, αφ’ ετέρου δε για να ελαττώνεται η θερμοκρασία του χοχλαστού
νερού, αποφεύγοντας έτσι τ’ απότομο ρίξιμό τους σε νερό με υψηλή
θερμοκρασία που τα ζήμιωνε. Για να πάρουν τα μαλλιά «τους δύο χόχλους»
που έπρεπε, «σύμπαγαν» τη φωτιά σπρώχνοντας μέσα στην «κακαβόστρα» κι
άλλα ξύλα.
Τα ζεματισμένα μαλλιά κάθε καζανιάς μετά το
άπλωμά τους επάνω στις πέτρες, αφού κρύωναν και στράγγιζε καλά και ο
«πίνος», το κορίτσι τα μάζευε και κατεβαίνοντας προς τη λιμνούλα που
βρίσκονταν χαμηλότερα από τη θέση που ήταν το καζάνι, τα ’ριχνε μέσα στο
νερό απλωτά - απλωτά για να μουλιάσουν. Ύστερα μπαίνοντας και αυτή μέσα
στη λιμνούλα «ξέντωνε» με τα χέρια της «τα στουπιασμένα», για να φύγει «ο
πίνος» καθώς και τα σκουπιδάκια που είχαν μπλεχτεί ανάμεσά τους,
τραβώντας και απομακρύνοντας και η ίδια τα μεγαλύτερα που δεν τα
παράσερνε το νερό.
Κατόπιν πιάνοντας και ξεχωρίζοντας ένα μέρος
από τα ξεντωμένα και μουλιασμένα μαλλιά, τα ’βγαζε έξω από το νερό και
ακουμπώντας τα επάνω σε μια πέτρα μ’ επίπεδη επιφάνεια που είχε από πριν
φέρει κοντά στη λιμνούλα, γκαπ-γκουπ τα χτυπούσε δυνατά με τον κόπανο.
Ο δυνατός και αλλόκοτος αυτός ήχος κατατρόμαζε
τους βατράχους που καθισμένοι επάνω στις πέτρες του ποταμιού κόαζαν
αμέριμνα και σταματώντας απότομα το μονότονο κοάξ-κοάξ τους, πλατς-πλατς
βουτούσαν μέσα στο νερό κι εξαφανίζονταν. Φρουτ-φρουτ πετούσαν έντρομα
και έφευγαν μακριά και τα πουλιά από τις πυκνές φυλλωσιές των γύρω
πλατανιών, διακόπτοντας και αυτά απότομα το γλυκοκελάηδημά τους.
Κάθε τόσο σταματούσε το κορίτσι «τον κόπανο» κι έριχνε τα
κοπανισμένα μαλλιά στο νερό της λιμνούλας για ξέπλυμα.
Σύμφωνα με «την ορμήνια» της μάνας της, τα στουπιασμένα
μαλλιά για να μαλακώσουν και να καθαρίσουν από «τον πίνο», ήθελαν από
λίγα λίγα «τρεις κόπανους». Το χτύπημα δηλ. με τον κόπανο των μαλλιών
επάνω στην πέτρα και το ξέπλυμά τους στο νερό έπρεπε να επαναληφθεί τρεις
φορές.
Πράγματι με «τους τρεις κόπανους» και τα τρία
ξεβγάλματα, τα μουλιασμένα στουπιασμένα μαλλιά μαλάκωναν καλά και
καθάριζαν τέλεια. Γίνονταν κάτασπρα κι έλαμπαν σαν τ’ άπλωνε το κορίτσι
για να στραγγίσουν τα νερά επάνω στις μεγάλες πέτρες και τις γύρω
μάντρες.
Η μητέρα ζεματίζοντας τα μαλλιά και η κόρη της
«κοπανώντας τα» και ξεπλένοντάς τα, πριν φτάσει το μεσημέρι τα είχαν
κιόλας «μισιάσει». Όσο πλησίαζε το μεσημέρι, τόσο φούντωνε η ζέστη.
Γι’ αυτές όμως «πέρα έβρεχε» ή μάλλον «πέρα
έκανε ζέστη» γιατί βρίσκονταν μέσα σε ένα υπέροχο «καταδρόσιο».
Τα πανύψηλα πλατάνια από τη μια και την άλλη
όχθη του ποταμού ένωναν τα πυκνόφυλλα κλαδιά τους και δεν άφηναν τις
καυτές ακτίνες του πύρινου ήλιου να περάσουν και ο ίσκιος τους ήταν
βαθύς. Εκτός από το βαθύ ίσκιο των πλατάνων απολάμβαναν και τη δροσιά του
κρυστάλλινου και καθάριου νερού μπαίνοντας ξυπόλυτες μέσα στο ποτάμι καθ’
όλη σχεδόν τη διαδικασία «του πλυσίματος των μαλλιών».
Η ατέλειωτη δε πρασινάδα, με τις ολόδροσες
καταπράσινες σμαρλινιές που αγκαλιασμένες με τ’ αγκαθωτά βαθυπράσινα βάτα
σκέπαζαν από πάνω έως κάτω τις όχθες, σμίγοντας με τα διάφορα τρυφερά
υδρόβια φυτά, συμπλήρωνε τη δροσιά του χώρου και ξεκούραζε τα μάτια τους.
Μέσα σ’ ένα τόσο δροσερό, αλλά και πανέμορφο χώρο τελείωναν το πλύσιμο
όλων των άπλυτων μαλλιών ακούραστα και με ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους
την ψυχική τους ευφορία.
Προτού να βασιλέψει ο ήλιος και «το χαλούπωμα»
τις βρει μέσα στο ποτάμι, άρχιζαν να ετοιμάζονται γρήγορα-γρήγορα για να γυρίσουν
νωρίς στο σπίτι, γιατί οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, γνωστικοί και
έμπειροι, ορμήνευαν όλες τις γυναίκες και ιδιαίτερα τα κορίτσια που
έβγαιναν στις εξωδουλειές λέγοντάς τους: «από μπονόρα στη δουλειά κι από
νωρίς στο σπίτι».
Μάζευαν από τα κλαδάκια που τα είχαν για το
καράβωμα του νερού, όλες τις «λοΐδες» που ξέφευγαν την ώρα που ξέντωναν
και ξέπλεναν τα μαλλιά, βάζοντας τες μαζί με τα στραγγισμένα, γιατί από
την εκλεκτή αυτή υφαντική ύλη δεν ήθελαν να χαθεί ούτε μια «λοΐδα» και
στη συνέχεια σήκωναν και την κουρελού από κάτω από τη λιμνούλα, και
την άπλωναν σε μεγάλη πέτρα ή μάντρα για να στραγγίσει. Από τις μεγάλες
πέτρες και τις κοντινές μάντρες μάζευαν τα μαλλιά που είχαν απλώσει και
τα ’βαζαν μέσα στις δύο κόφες, στις οποίες είχαν μαζέψει και όλα τ’ άλλα
μαλλιά για να στραγγίσουν, τις οποίες μετέφεραν στον κοντινό δρόμο,
συγκεντρώνοντας εκεί και όλα τα υπόλοιπα πράγματά τους, φέρνοντας τέλος
και το καζάνι, αφού πρώτα άδειαζαν «τον πίνο» και το ξέπλεναν καλά.
Μερικές γυναίκες δεν άδειαζαν «τον πίνο», αλλά τον άφηναν στο καζάνι κι
έριχναν μέσα στρωσίδια, παλιάτσες, κουρελούδες κ.ά. που είχαν δύσκολους
λεκέδες από λάδι, τα οποία έφερναν μαζί με τ’ άλλα πράγματά τους. Ο
«πίνος» επενεργούσε στους δύσκολους αυτούς λεκέδες σαν άριστο
απορρυπαντικό και τους εξαφάνιζε.
Ο «πίνος» δεν ήταν μόνο τέλειο απορρυπαντικό
για τις λαδιές των στρωσιδιών κ.ά., αλλά και το μοναδικό υγρό για το
βάψιμο των πάνινων «τσουκλιών», προσθέτοντας σ’ αυτόν, διαλυμένο λουλάκι σε
σκόνη που προορίζονταν για την ύφανση των «πινίσιων πανών» που ήσαν
αποκλειστικά για το φτιάξιμο σεντονιών και «τσιαρτσιαφιών».
Με το θαυματουργό αυτό υγρό εκτός από τα
τσουκλιά έβαφαν και μάλλινα τυλιγάδια για υφάδια. Έπαιρναν δε, ένα απαλό,
γλυκό καφέ χρώμα που τους ήταν απαραίτητο, για να κάμουν όμορφα σχέδια
στις «απλάδες» που ήθελαν να υφάνουν.
Όσες δεν ενδιαφέρονταν για «λουλακιά πινίσια
πανιά» και για λεπτές αποχρώσεις του καφέ χρώματος, μετέφεραν τον «πίνο»
στο σπίτι τους και «τον φύλαγαν σε στάμνες και ζαράκια για λεύκωμα των
πανιών», γιατί «ο πίνος» εκτός από τις απίστευτες αυτές δυνατότητες που
προανέφερα πως είχε, δρούσε και σαν λευκαντικό κι έκανε κατάλευκα τα
κιτρινωπά «υφαντά πανιά».
Όλες φρόντιζαν να τελειώσουν γρήγορα τις
δουλειές του πλυσίματος και φορτώνοντας τα πράγματά τους στα ζώα τους, να
γυρίσουν ασουρούπογο στο σπίτι τους.
«Σμούρτσι» σηκώνονταν το άλλο πρωί για ν’
απλώσουν τα μαλλιά και βιάζονταν να τα τελειώσουν όλα, πριν φτάσει το
μεσημέρι και «ζουγκουνίσει η ζέστη». Τ’ άπλωναν επάνω στα ξύλινα κάγκελα
του χαγιατιού και του μπαλκονιού, γύρω στις πετρόχτιστες μάντρες της
αυλής και σε σκοινί που το έδεναν από τα χαμηλότερα και χοντρά κλαδιά των
δέντρων που βρίσκονταν μέσα στον κήπο τους.
Το σκηνικό αυτό του σπιτιού με τ’ απλωμένα
μαλλιά στα κάγκελα του χαγιατιού, του μπαλκονιού και στις μάντρες της
αυλής ήταν πολύ γραφικό, μοναδικό και ανεπανάληπτο στη σημερινή εποχή.
Προτού στεγνώσουν καλά, τα «φούντωναν» με τα
χέρια τους και «τα ξετριβόλιαζαν», έβγαζαν δηλ. «τα τριβόλια» που ήσαν
μπερδεμένα με τις τρίχες των μαλλιών, καθώς και τα «κολλιτσούρια» που
ήσαν τόσο πολύ μπερδεμένα με τις τρίχες τους, λες και ήταν κολλημένα
επάνω τους με κόλλα.
Όταν στέγνωναν καλά φουντωμένα,
«ξετριβολιασμένα» και «ξεκολλιτσουριασμένα», τα ’βαζαν μέσα σε καθαρά
σακιά πατηκώνοντάς τα καλά.
Ήσαν πια έτοιμα για ξάσιμο και στη συνέχεια για
«νέσιμο»
Ντίνα Κάσσαρη-Γκουβάτσου
Λεξιλόγιο:
Γιούκος: Η στοίβα από υφαντά κλινοσκεπάσματα και
στρωσίδια που τα έφτιαναν στη σάλα ή στην κάμαρα του σπιτιού.
Kακαβόστρα: είδος πυροστιάς φτιαγμένης με πέτρες.
Τυλιγάδι: Μικρό δέμα από νήματα.
Τσουκλί: Βαμβακερό τυλιγάδι
Πίνος: Το υγρό από το πλύσιμο των μαλλιών με ζεστό
νερό.
Τσιαρτσιάφι: Μεγάλο σεντόνι με στριφώματα στις άκρες, με το
οποίο έντυναν το πάπλωμα.
Καπλάντι: Μεγάλο σεντόνι.
Απλάδα: Υφαντό στον αργαλειό, ολοκέντητο χαλί.
|