|
Στο νομό Μεσσηνίας,
στην πλαγιά του Ραμοβουνίου του χωριού Βασιλικού, βρίσκεται από το 2007
ο ορειχάλκινος έφιππος ανδριάντας του Στρατηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Ο πολέμαρχος του
1821, γεννήθηκε κάτω από μια βελανιδιά στην καταπράσινη χαράδρα της
ομώνυμης ειδυλλιακής τοποθεσίας κοντά στο Βυζαντινό ξωκλήσι του Αγίου
Στεφάνου.
Ο ανδριάντας έγινε
κατόπιν πρωτοβουλίας του συλλόγου Πελοποννησίων Βορ. Ελλάδας και του
συλλόγου «Αντάμωμα Πελοποννησίων Θ. Κολοκοτρώνης Ραμοβούνι Μεσσηνίας».
Τον γιγάντιο
ορειχάλκινο έφιππο ανδριάντα φιλοτέχνησε ο γλύπτης Στάθης Λεοντής από
την Πάτρα.
Τοποθετήθηκε στο
γενέθλιο χώρο που βρίσκεται στα όρια των δημοτικών διαμερισμάτων Μίλα
και Βασιλικού.
Προσεγγίζεται από
παράκαμψη της Εθνικής Οδού Τσακώνας-Πάτρα στο Βασιλικό και ακολουθώντας
ασφαλτοστρωμένο δρόμο 3 περίπου χιλιομέτρων, ανηφορίζουμε για το
Ραμοβούνι που ως μύθος ελέγετο τόπος γέννησης του Κολοκοτρώνη.
Τη δεκαετία του
1970 τοποθετήθηκε προτομή την οποία αντικατέστησε ο έφιππος ανδριάντας,
αναστηλώθηκε το ξωκλήσι του Αγίου Στεφάνου και διαμορφώθηκε ο περιβάλλων
χώρος.
Ακόμα στη
βορειότερη κορυφή του Ραμοβουνίου που ονομάζεται Μάλθη, βρίσκονται τα
ερείπια της Μυκηναϊκής (Ομηρικής) πόλης «Δώριον», ονομασία που φέρει και
ο ομώνυμος Δήμος, τα ερείπια της οποίας ανέσκαψε ο Σουηδός αρχαιολόγος
Νάταν Βαλμίν (1927-1934).
Ιδού πως ο ίδιος ο
Κολοκοτρώνης περιγράφει τη γέννησή του στα απομνημονεύματά του.
«Εγεννήθηκα εις τα
1770, Απριλίου 3, τη Δευτέρα της Λαμπρής.
Η αποστασία της
Πελοποννήσου έγινε το 1769.
Εγεννήθηκα εις ένα
βουνό, εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενο
Ραμοβούνι.
Ο πατέρας μου ήταν
αρχηγός των αρματωλών στην Κόρινθο.
Κάθεται εκεί
τέσσερους χρόνους.
Αναχωρεί από την
Κόρινθον δια την Μάνην.
Έβγαινεν από την
Μάνην και εκυνηγούσε τους Τούρκους.
Εις τους 79 ήλθεν
ο Καπετάμπεης με τον Μαυρογένην και ερχόμενος έρριξεν εις τους Μύλους
και το Ανάπλι».
Ο Θεόδωρος
Κολοκοτρώνης είναι ο διασημότερος ίσως και ο τυχερότερος από την
πολυπληθή οικογένεια των Κολοκοτρωναίων, της οποίας 30 περίπου
αδελφοξάδελφα φονεύτηκαν σε συμπλοκές κατά των Τούρκων.
Δέκα ετών έμεινε
ορφανός, αφού ο πατέρας του Κωνσταντής σκοτώθηκε μαζί με το γιγαντόσωμο
κλέφτη Παναγιώταρο το 1779, όταν ήταν πολιορκημένοι από τους Τούρκους
στους Πύργους της Καστανιάς της Μάνης.
Το Θεόδωρο
διέσωσαν η μητέρα του με τα παλληκάρια του πατέρα του, φυγαδεύοντάς τον
από την επικίνδυνη περιοχή.
Σε ηλικία 15 ετών
ήταν κλέφτης στα αντάρτικα σώματα του Καπετάν Ζαχαριά, τα οποία τον
επέβαλαν αρματωλό στην επαρχία Λεονταρίου και στα 20 του παντρεύτηκε την
κόρη του πρώτου προεστού αυτής της επαρχίας, αποκτήσας οικογένεια,
σπίτια και περιβόλια.
Το 1805,
καταδιωκόμενος κατέφυγε στη Ζάκυνθο.
Επέστρεψε αργότερα
στην Πελοπόννησο, αλλά το 1818, όταν αφορίστηκαν οι κλέφτες από την
εκκλησία και τους κατέτρεχαν οι προεστοί, επέστρεψε ξανά στη Ζάκυνθο.
Στη Ζάκυνθο
μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και άρχισε να κατηχεί Ζακυνθινούς,
Κεφαλλονίτες και καπεταναίους από την Ύδρα και τις Σπέτσες.
Τον Ιανουάριο του
1821 αναχώρησε από τη Ζάκυνθο και αποβιβάστηκε στην Καρδαμύλη και στις
23 Μαρτίου έλαβε μέρος στην απελευθέρωση της Καλαμάτας μαζί με τους
Μανιάτες Πετρόμπεη, Μούρτζινο και Κυβέλο.
Μετά την κατάληψή
της κινήθηκε βόρεια, ξεσηκώνοντας Μεσσήνιους και Αρκάδες, συναθροίζοντάς
τους γύρω από την Τριπολιτσά.
Στα Δολιανά και
στο Βαλτέτσι νίκησε τους Τούρκους, πολιόρκησε στενά την Τριπολιτσά την
οποία εκπόρθησε το Σεπτέμβριο του 1821.
Αργότερα κατόρθωσε
να εγκλωβίσει τη στρατιά του Δράμαλη στην Αργολική πεδιάδα και τελικά
τον Ιούλιο του 1822 εφαρμόζοντας στρατηγικό ελιγμό, να την καταστρέψει
στα στενά των Δερβενακίων.
Μετά τις πρώτες
νίκες, διορίστηκε από την πρώτη προσωρινή κυβέρνηση Στρατηγός.
Συνέβαλε
ουσιαστικά στην πτώση της Κορίνθου και στην απελευθέρωση του Ναυπλίου.
Όμως οι εμφύλιες
διαμάχες, ο φθόνος και τα προσωπικά μίση, έγιναν αφορμή να καταδιωχθεί,
να χάσει το γιο του Πάνο και ο ίδιος να φυλακιστεί στην Ύδρα.
Με την επέμβαση
του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο (απόβαση στη Μεθώνη) το 1825, η
Επανάσταση κινδύνευσε να σβήσει, ο Κολοκοτρώνης απελευθερώθηκε, αλλά δεν
μπόρεσε παρά τις αξιόλογες προσπάθειες να αναχαιτίσει την δια πυρός και
σιδήρου καταστροφική προέλασή του.
Εγένετο όμως μία
από τις αφορμές να επέμβουν οι στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων, Αγγλίας,
Ρωσίας, Γαλλίας και πιθανόν από τυχαία γεγονότα της στιγμής να
καταναυμαχήσουν και τελικά να βυθίσουν τον Τουρκοαιγυπτιακό στόλο στον
Κόλπο του Ναυαρίνου.
Υπήρξε από τους
πιο ένθερμους υποστηρικτές του Κυβερνήτη Καποδίστρια, βοηθώντας αυτόν
και επιδιώκοντας την εμπέδωση της τάξης και τη δημιουργία έννομου
κράτους σε σταθερές βάσεις.
Μετά τη δολοφονία
του Καποδίστρια και την έλευση του Βασιλιά Όθωνα, εξέφρασε τη
δυσαρέσκειά του ιδίως κατά των μελών της Αντιβασιλείας, που είχε ως
αποτέλεσμα την παραπομπή του σε δίκη για εσχάτη προδοσία και καταδίκη σε
θάνατο, αλλά χάρη στην ανυποχώρητη θέση (άρνηση υπογραφής της
καταδικαστικής απόφασης) των δύο εκ των πέντε δικαστών (Αναστασίου
Πολυζωίδη και Γεωργίου Τερτσέτη), η επιβληθείσα ποινή σε θάνατο δεν
εκτελέστηκε.
Κατόπιν, με την
ενηλικίωση του Βασιλιά Όθωνα, του δόθηκε χάρη, αποκαταστάθηκε στο βαθμό
του Στρατηγού και διορίστηκε μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Γενικά, υπήρξε
άνδρας πιστός στην Πατρίδα και την ελευθερία, ήταν γενναίος, έξυπνος,
επιδέξιος, δίκαιος και σκληρός όπου το απαιτούσαν οι περιστάσεις (φωτιά
και τσεκούρι στους προσκυνημένους).
Κρατούσε το λόγο
του, ώστε όχι μόνον οι Έλληνες έλεγαν ότι το είπε ο Γέρος, αλλά και οι
Τούρκοι επεδίωκαν σε αυτόν για τις συμφωνίες τους, γνωρίζοντας ότι θα
τις τηρούσε.
Πέθανε φυσιολογικά
την 4η Φεβρουαρίου του 1843 στην Αθήνα και ενταφιάστηκε με τιμές στο Α’
Νεκροταφείο Αθηνών.
Βιβλιογραφία:
Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη.
Αξίζει λοιπόν ένα
πέρασμα από την πατρίδα του μεγάλου αυτού ήρωα. Είναι στο δρόμο μας.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Δ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ |