ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΖΟΥΡΤΣΑΝΩΝ ΑΘΗΝΑΣ

Aριθμός Φύλλου 104    ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ   2009

 

OI TΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ
 

Η εορτή των Τριών Ιεραρχών, εορτή των Γραμμάτων, της Παιδείας και της Εκκλησίας, δεν είναι μόνον μια από τις πολλές του εορτολογίου, αλλά έχει ιδιαίτερη σημασία και Ιστορία. Γιατί τους Τρεις Ιεράρχες, τους οποίους εορτάζομε από κοινού στις 30 Ιανουαρίου, τους δοξολογεί η Ορθόδοξη Εκκλησία ιδιαιτέρως μέσα στον μήνα Ιανουάριο. Την 1η τον Μέγα Βασίλειο, την 25η τον Θεολόγο Γρηγόριο και την 27η τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει ξεχωριστός λόγος για να καθιερωθεί αυτή η κοινή και για τους τρεις εορτή. Καθώς λέει το Συναξάρι της ημέρας, κατά τον 11ο αιώνα φιλονικούσαν οι πιστοί, περί του ποιός ήταν ο μεγαλύτερος των τριών τούτων Πατέρων και Ιεραρχών. Δηλαδή ο μέγας φιλάνθρωπος ορφανοτρόφος και Αρχιερέας της Καππαδοκίας Βασίλειος; ή ο Πατριάρχης Γρηγόριος, Καππαδόκης ρήτορας και ποιητής; ή ο μαχητικότατος εκείνος νέος Δημοσθένης, ο Πατριάρχης Ιωάννης ο Χρυσόστομος;

 

Για να αρθεί η τέτοια αντίθεση, συνέθεσε και τους τρεις αυτούς Πατέρες και Ιεράρχες του 4ου αιώνα, λόγιος του 11ου αιώνα, που ήταν και αυτός Αρχιερέας και ποιητής όχι ασήμαντος, ο Ιωάννης ο Μαυρόπους, Επίσκοπος Ευχαΐτων, κοντά στον Άλυ ποταμό του Ελληνικού Πόντου. Εισηγήθηκε τον από κοινού εορτασμό των Τριών Ιεραρχών την 30η Ιανουαρίου και σκέφτηκε να αφιερωθεί η ημέρα αυτή στα Γράμματα και στην Παιδεία. Υπήρξαν και οι Τρεις γεννήματα του συνδυασμού του Ελληνικού και του Χριστιανικού πνεύματος και διδάσκαλοι βαθυστόχαστοι των νέων και της οικουμένης γενικά.

 

Πρέπει όμως να αναφερθούμε χωριστά στη ζωή και το έργο και των Τριών για να γίνει κατανοητή η ιδιαίτερη τιμή, που η Εκκλησία αποδίδει σ’ αυτούς. Οι Τρεις αυτοί μέγιστοι Πατέρες της Εκκλησίας συνδυάζουν διδασκαλία και πράξη, λόγο και έργο, που αποτελούν την ταυτότητα των μεγάλων Πατέρων και Αγίων. Ο Χριστιανισμός δεν είναι θεωρία, αλλά ζωή-πράξη στηριζόμενη στην Πίστη.

 

 

Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε στην Νεοκαισάρεια της Καππαδοκίας το 329 μ.Χ. Ο πατέρας του ονομαζόταν και αυτός Βασίλειος, η μητέρα του Εμμέλεια. Μετά τα πρώτα γράμματα τον περιμένουν ανώτερες σπουδές. Αφήνει την Νεοκαισάρεια και πηγαίνει στην Καισάρεια, από εκεί στην Κων/πολη για αρκετό καιρό και τέλος φθάνει στην Αθήνα. Εδώ τον υποδέχθηκε ο φίλος του Γρηγόριος. Στην Αθήνα σπούδασε την Ρητορική, την Γραμματική, την Αστρονομία, την Φιλοσοφία, την Ιατρική και την Γεωμετρία. Μορφώνεται όχι για να δείξει τη σοφία του από υπερηφάνεια, αλλά για να εμβαθύνει στα μυστήρια του ουρανίου πνευματικού κόσμου, στο νόημα των θείων λόγων (γι’ αυτό ονομάσθηκε Ουρανοφάντης) για να κατακοσμήσει τα ήθη των ανθρώπων.

Η αρετή του Αγίου Βασιλείου ήταν μεγάλη, ζούσε σαν ασκητής. Διέθεσε την περιουσία του στην εκκλησία και στους φτωχούς. Η πείνα και η δυστυχία του λαού είναι πείνα και δυστυχία δική του.

 

Κοντά στην Καισάρεια φτιάχνει την Βασιλειάδα, τεράστιο μοναστικό φιλανθρωπικό ίδρυμα, που περιλάμβανε Νοσοκομείο, Ορφανοτροφείο, Γηροκομείο, ξενώνες. Όμως το κυριότερο έργο του Αγίου ήταν ο καταρτισμός των ψυχών. Δεν ξεκουράζεται, η προσευχή τον δυναμώνει, εργάζεται αδιάλειπτα και συγγράφει έργα Ασκητικά, Δογματικά, Ηθικά, Παιδαγωγικά. Στο σύγγραμμά του «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» γράφει μεταξύ άλλων: «όπως επί παραδείγματι από την τριανταφυλλιά κόβουμε το ωραίο λουλούδι, αλλά παραμερίζουμε τα αγκάθια και φυλαγόμαστε απ’ αυτά, έτσι και από τα βιβλία των Αρχαίων πρέπει να παίρνουμε ότι μας ωφελεί και να φυλαγόμαστε από εκείνο που μας προξενεί βλάβη». Το 370 εκλέγεται Ιεράρχης Καισάρειας.

Συνθέτει τη Θεία Λειτουργία και γράφει ομιλίες και κηρύγματα ποικίλου περιεχομένου και 367 επιστολές.

Αρρώστησε ξαφνικά, ο Κύριος τον ανάπαυσε και τον πήρε κοντά του σε ηλικία 49 ετών. Η κηδεία του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 379μ.Χ.

 

 

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός γεννήθηκε στην Ναζιανζό το 329μ.Χ. Ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας. Η μητέρα του ονομαζόταν Νόννα και ο πατέρας του Γρηγόριος. Τον Γρηγόριο από μικρό τον προσελκύουν τα γράμματα, έχει μεγάλο πόθο για μάθηση. Σπουδάζει στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, συνεχίζει σπουδές στην Θεολογική Σχολή της Καισάρειας της Παλαιστίνης. Εμβαθύνει στη Φιλοσοφία, στη ρητορική και συγκινείται από την ποίηση. Ακολουθούν σπουδές στην Αλεξάνδρεια. Στην Αθήνα κάνει σπουδές στην ελληνική γλώσσα, στη Φιλοσοφία, στη Φιλολογία και στην Ιατρική. Με την ελληνική γλώσσα, με το κάλλος της και τον πλούτο της θα μιλούσε για τα δόγματα της Πίστεως, για τον Τριαδικό Θεό (Πατέρα, Υιόν και Άγιο Πνεύμα). Στην Αθήνα γνωρίζεται με τον Βασίλειο (Μία μεν αμφοτέροις εδόκει ψυχή, δύο σώματα φέρουσα).

Το 372 μ.X. εκλέγεται Επίσκοπος Σασίμων, το δε 380μ.Χ. εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος και Πατριάρχης Κων/πόλεως. Όμως βλέπει περίεργες ραδιουργίες, αναλογίζεται τις ευθύνες του και για το καλό της Εκκλησίας υποβάλλει την παραίτηση από τον Πατριαρχικό θρόνο αρχές Ιουλίου του 381 και επιστρέφει στην Ναζιανζό.

Αποσύρεται στην Αριανζό, όπου ζει ασκητικά και λιτά με προσευχή και νηστεία. Συγγράφει αδιάλειπτα. Το συγγραφικό του έργο είναι πλουσιότατο. Περιλαμβάνει λόγους δογματικούς, εγκωμιαστικούς, εορταστικούς, επικαίρους και ηθικούς. Σε λόγο του περί φιλοπτωχείας αναφέρεται στην έμπρακτη αγάπη που οφείλουμε εμείς οι χριστιανοί προς τους φτωχούς. «Μη παρίδης, μη παραδράμης τον αδελφόν, μη αποστραφής ως άγος, ως μίασμα, σον εστί μέλος. Δος τι και μικρώ τω δεομένω».

Έγραψε επίσης 243 επιστολές, επιγράμματα, 407 ποιήματα, ένα τροπάριο της εκκλησίας μας τονίζει και συνοψίζει θαυμάσια τις αρετές του λόγου του:

«Γλώσσης τρυφή και ακοής πάσης ήδυσμα ο σος λόγος πέφυκε, Γρηγόριε, μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας, αγγέλων άρτος ουράνιος».

Εκοιμήθη ένα πρωινό, στις 25 Ιανουαρίου του 391.

 

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, καταγόταν από την Αντιόχεια. Γεννήθηκε το 347μ.Χ. Ο πατέρας του Σανούδος ήταν στρατηλάτης και μητέρα του η περίφημη Ανθούσα. Δάσκαλός του ήταν ο σοφιστής Λιβάνιος, ο οποίος τον προόριζε για διάδοχό του στη ρητορική Σχολή και μετά την επιλογή του Ιωάννη είπε:

«Iωάννην, ει μη τούτον οι χριστιανοί εσύλησαν». 20 ετών ανέβηκε στο δικανικό βήμα ως δικηγόρος.

Όμως ο Ιωάννης από την δόξα του κόσμου προτίμησε το σταυρό του Χριστού. Μετά από τις λαμπρές σπουδές του θέλησε να αποτραβηχθεί στην Έρημο και να μονάσει και να τελειοποιηθεί στην άσκηση. Δίδει την τεράστια περιουσία του στην Εκκλησία για να μοιρασθεί στους φτωχούς Χριστιανούς.

Το 386 χειροτονείται πρεσβύτερος. Τότε κάνει την πρώτη ομιλία και συναρπάζει το λαό της Αντιόχειας και στο εξής ονομάζεται Χρυσόστομος.

 

Στις 15 Δεκεμβρίου 398 ενθρονίζεται ως Πατριάρχης Κων/πόλεως. Ο λόγος του είναι δύναμη, σεισμός, κεραυνός, αλλά και παρηγοριά, βάλσαμο, ελπίδα. Μελίρρυτο είναι το κήρυγμά του. Η μετριοφροσύνη του απαράμιλλη. Η ασκητική του ζωή παραδειγματική. Δεν συμβιβάζεται με την κοσμική εξουσία. Στηλιτεύει τον αυτοκράτορα, την βασίλισσα Ευδοξία και τους αξιωματούχους. Όταν το θέλημα του Θεού προστάζει ακολουθεί το δρόμο της εξορίας. Χαρακτηριστική είναι η φράση του: «εμοί το ζήν Χριστός και το αποθανείν κέρδος». Η δεύτερη εξορία του το 407 ήταν σκληρότερη. Υποφέρει από το κρύο, από το στομάχι του, τις στερήσεις και τα βάσανα. Φθάνουν στο Μοναστήρι του Αγίου Βασιλίσκου. Ο Αρχιεπίσκοπος εξαντλημένος κοινώνησε για τελευταία φορά των Αχράντων Μυστηρίων. Επανέλαβε την αγαπημένη του φράση: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν». Εκοιμήθη την 14η Σεπτεμβρίου του 407.

 

Ο Ιερός Χρυσόστομος είναι η σπουδαιότερη πατερική μορφή της Εκκλησίας μας. Μεγάλο και σημαντικό το συγγραφικό του έργο. Περιλαμβάνει ομιλίες (ερμηνευτικές, πανηγυρικές, εγκωμιαστικές και ηθικές), επιστολές και πραγματείες. Ιδιαίτερα ασχολήθηκε με τον Απόστολο Παύλο, ερμηνεύοντας όλες σχεδόν τις επιστολές του.

Γνωστότατη είναι η Θεία Λειτουργία του Ιερού Χρυσοστόμου. Από τα απολογητικά του έργα σπουδαίο είναι το «περί κενοδοξίας και πως δει τους γονέας ανατρέφειν τα τέκνα». Τονίζει σ’ αυτό ότι «οι γονείς θα πρέπει να ασχολούνται πολύ σοβαρά και εντατικά με το θέμα της αγωγής και παρομοιάζει το έργο τους με εκείνο του ζωγράφου και του γλύπτη. Όπως εκείνοι δουλεύουν συνεχώς τα έργα τους μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειες, έτσι και οι γονείς πρέπει να ζωγραφίζουν και να σμιλεύουν τον χαρακτήρα των παιδιών τους».

Τελειώνω με το απόσπασμα από το απολυτίκιον των Τριών Ιεραρχών:

«Τους τρείς μεγίστους φωστήρας της Τρισηλίου Θεότητος, τους την οικουμένην ασκήσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας, τους την κτήσιν πάσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, ας υμνήσομεν και τιμήσομεν».

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΘΑΝ. ΚΛΕΝΤΟΣ

 

 

 

 

 

 

Copyright © ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΝΕΩΝ ΦΙΓΑΛΕΙΕΩΝ (ΖΟΥΡΤΣΑΝΩΝ) ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΑ «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ»