|
Κατά την περίοδο της
αποκριάς που διαρκεί τρεις εβδομάδες, από την Κυριακή του Τελώνου και
Φαρισαίου μέχρι την Τυρινή, λαμβάνουν χώρα κάποιες εργασίες και
εκδηλώσεις εθιμικού χαρακτήρα. Το σφάξιμο των γουρουνιών, το τσιγάρισμα
την Τσικνοπέμπτη και το κορυφαίο έθιμο που είναι το Καρναβάλι με τους
μασκαράδες και που με αυτό κλείνουν οι απόκριες, είναι οι κυριότερες
εκδηλώσεις.
Το έθιμο του
καρνάβαλου είναι πολύ παλαιό. Εμείς οι Έλληνες ισχυριζόμαστε ότι είναι
συνέχεια των Διονυσιακών τελετών. Άλλωστε συμπίπτουν και χρονικά.
Γίνονται στο τέλος του χειμώνα και στην αρχή της Άνοιξης, όπως και
κείνες. Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν ότι απ’ αυτούς άρχισε το έθιμο. Οι Ασιάτες
το ίδιο. Μάλιστα οι λαοί της Μέσης Ανατολής και συγκεκριμένα οι
κατοικούντες μεταξύ Τίγρη και Ευφράτη, εκεί που υποτίθεται ότι ήταν ο
παράδεισος, η Εδέμ, λένε ότι ο πρώτος μασκαράς ήταν ο Αδάμ! Γιατί αμέσως
μετά το προπατορικό αμάρτημα έκοψε κλαδιά και φύλλα συκιάς, τα έριξε
επάνω του και παρίστανε το δέντρο για να μην τον εντοπίσει ο Θεός και να
αποφύγει την τιμωρία. Παρένθεση: Από εδώ ξεκινάει η φράση «φύλλο συκής»
για όσους είναι «ελλειπώς ενδεδυμένοι».
Πάντως, ανεξάρτητα
από την προέλευση του εθίμου και από τις όποιες διαφοροποιήσεις
παρουσιάζει, ανάλογα με την ιδιαιτερότητα, τον πολιτισμό, την
ιδιοσυγκρασία και την εν γένει κουλτούρα κάθε λαού, ένα είναι το κύριο
χαρακτηριστικό του: Το ξεφάντωμα. Τραγούδι, χορός, γέλια, αστεία, φαγητά
και κυρίως κατανάλωση οινοπνεύματος είναι τα στοιχεία που το
χαρακτηρίζουν.
Η Ζούρτσα, ζωντανό
κύτταρο της κοινωνίας και πάντα μέσα σε κάθε εκδήλωση της ζωής, δε θα
μπορούσε να απουσιάζει από τον εορτασμό του Καρνάβαλου. Με τις μπούλες,
τα φαγοπότια, τα γλέντια και άλλες εκδηλώσεις, έδινε και δίνει πάντα το
παρόν και σε αυτόν τον τομέα.
Σήμερα εγώ δεν έχω
σκοπό να περιγράψω λεπτομερώς πως εορταζόταν το Καρναβάλι στη Ζούρτσα ή
αλλού. Θα απομονώσω μερικά περιστατικά που θυμάμαι, που μου έκαναν
εντύπωση και αποτελούν δικά μου προσωπικά βιώματα.
Θυμάμαι, ας πούμε,
«το τραίνο» που οργάνωνε ο μπάρμπα-Γιάννης ο Καπογιάννης με την παρέα
του. Καμμιά εικοσαριά άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια, δεμένα το ένα πίσω από
το άλλο σαν βαγόνια. Πάνω στο σαμάρι λυγισμένες βέργες από μουριά και
μια κουβέρτα επάνω το έκαναν σαν καμπίνα άμαξας με τον καβαλάρη μέσα.
Μπροστά πήγαινε η μηχανή που έβγαζε καπνό. Με ποιόν τρόπο; Ένας τενεκές
με μπουρί της σόμπας για φουγάρο, με βρεγμένο άχυρο μέσα που το άναβαν
και σιγόκαιγε χωρίς φλόγα.
Μια χρονιά όπως
ανέβαινε το τραίνο στην αγορά, σταμάτησε εδεκεί στη βρύση της Κυρά-Ντινούλας
για να ανεφοδιαστεί με νερό η μηχανή. Για μηχανή είχαν το μουλάρι του
μπάρμπα-Δημητράκη του Ρήγα. Δεν ξέρω αν το είχαν αφήσει επίτηδες
απότιστο μερικές μέρες. Πάντως έπινε – έπινε και σταματημό δεν είχε.
Όταν φτάνανε στην
πλατεία γινότανε αληθινό πανηγύρι.
Κατέβαιναν όλοι,
επιβάτες, ελεγκτές, σταθμάρχες και με τη συμμετοχή του κόσμου άρχιζε το
γλέντι και ο χορός. Όλο το χωριό εκεί. Κάποιοι γυρίζανε με το μπουκάλι
το κρασί στο χέρι και κερνάγανε τον κόσμο. Θυμάμαι ότι το γενικό
πρόσταγμα το είχε ο Ντίνος ο Καπογιάννης. Ήταν κάτι σαν υπεύθυνος του
τραίνου. Ντυμένος με στρατιωτικά ρούχα (φαίνεται είχε απολυθεί πρόσφατα
από το στρατό), εφάνταζε στα μάτια μου μεγαλοπρεπής, με μια σάλπιγγα στο
χέρι, να δίνει οδηγίες.

Μια αναμνηστική
φωτογραφία των καρναβαλιστών της εποχής εκείνης, του Βασίλη Κ. Γλούμη
που την έχει από τον πατέρα του. Αναγνωρίσαμε τους παρακάτω:
Πρώτη σειρά
όρθιοι, απο αριστερά προς τα δεξιά.
Ανδρέας Αδαμόπουλος (Μπαρτζελάς),
Γεώργιος Μπινιώρης, Γιάννης Τσαούσης, Δημήτριος Αδαμόπουλος (Μπαρτζελάς),
Ντίνος Καπογιάννης κρατάει το «άλογο», Κων/νος Γλούμης καβαλάρης,
Γιάννης Καπογιάννης και πίσω του ο Γιάννης Αθαν. Κρεσταινίτης και ο
Αθανάσιος Νικ. Χατζής με το καπέλλο, και δίπλα ο Πέτρος Μπαλαδήμας.
Δεύτερη σειρά
καθιστοί, από αριστερά προς τά δεξιά.
Ο μικρός είναι ο
Δημήτρης Τάγαρης του Κούλη, Νίκος Λουμπρίνης κάτω από το κεφάλι του
αλόγου, ο διπλανός με την καραμούζα δεν είναι αναγνωρίσιμος, Μίμης
Γιαννίκος (Μέμος), Νίκος Παναγ. Καστρινός και Αθανάσιος Τάγαρης του
Κούλη που κρατάει την ταμπέλα του καρναβαλιού.
(Φωτογραφίες
από
Απόκριες
την δεκαετία του '50)
Μια άλλη φιγούρα της
αποκριάς ήταν ο Κώστας ο Γλούμης με το άλογο. Έφτιαχνε με ξύλα και πανιά
ένα ομοίωμα αλόγου, το φόραγε στη μέση του και φαινότανε σα να είναι
καβαλάρης. Έβαζε στο κεφάλι του αλόγου μια αληθινή καπιστριάνα και με
κατάλληλες κινήσεις πότε χόρευε το άλογο, πότε περπάταγε ήρεμα και πότε
εντριτσίναγε. Απ’ ότι έλεγε ο ίδιος ο Κώστας, το βάρος του αλόγου ήταν
30-35 κιλά. Και το φορούσε όλη την ημέρα. Και όχι μόνο την Κυριακή. Την
Καθαρά Δευτέρα πήγαινε και περιοδεία στα διπλανά χωριά. Μουντρά,
Στροβίτσι, Θολό, Γιαννιτσοχώρι. Παντού είχε θερμή υποδοχή.
Το βράδυ της
Κυριακής γινότανε το αποκριάτικο τραπέζι. Ήταν μια συνεστίαση τριων,
τεσσάρων ή και περισσοτέρων οικογενειών. Αδέλφια, ξαδέλφια, συγγενείς,
κουμπάροι, σέμπροι ή απλοί γείτονες ήσαν οι συνδαιτημόνες.
Συγκεντρωνόσαντε εκ περιτροπής σε κάποιο από τα σπίτια. Οι νοικοκυρές
ερχόσαντε με το ντενταρούκι τους.
Στρώνανε τα τραπέζια
και ετοιμάζανε όλα τα απαραίτητα. Αργότερα ερχόσαντε οι άντρες από την
αγορά. Στρωνόσαντε στο φαγοπότι, ανταλλάσσοντας κάθε λίγο ευχές και
τσουγκρίσματα. Την πρώτη θέση στα εδέσματα είχε η μακαρονάδα με κόκορα ή
άλλο κρέας και χοντρό μακαρόνι με κατακόκκινη σάλτσα. Ψωμιά, τυριά,
γλυκά και άλλες νοστιμιές συμπλήρωναν το πλουσιοπάροχο δείπνο.
Σε λίγο άρχιζαν τα
τραγούδια. Τραγούδια του τραπεζιού, τραγούδια ιστορικά και συμβολικά με
νόημα, εμπνευσμένα από τις αστείρευτες παραδόσεις και την ιστορία μας.
Τραγούδια που συγκινούν. Θυμάμαι τον μπάρμπα Ανδρέα τον Παπανδρέου που
το μεράκι του ήταν ν’ ακούει (και να τραγουδάει) τη Τζαβέλαινα.
Ενθουσιαζόταν τόσο πολύ που νόμιζες ότι βρισκόταν σε έκσταση.
Κάποια στιγμή
μεριάζανε κανα δυό τραπέζια για να γίνει χώρος και άρχιζε ο χορός.
Η πόρτα του σπιτιού
ήταν ανοιχτή. Οι μπούλες παρέες-παρέες γυρίζανε στα σπίτια πάντα
καλοδεχούμενες από τους νοικοκυραίους που τους φίλευαν φαγητά, γλυκά,
κρασί.
Εδώ πρέπει να
επισημάνω ότι τότε δεν υπήρχαν αποκριάτικες στολές που υπάρχουν σήμερα
στο εμπόριο. Αρλεκίνοι, κολομπίνες, σούπερμαν και άλλες ξενόφερτες
φιγούρες ήσαν άγνωστες.
Οι μασκαράδες (και
αυτή τη λέξη δεν την χρησιποιούσαν τότε), οι μπούλες δηλαδή, ντυνόσαντε
με τα συνηθισμένα ρούχα. Άλλος έκανε το γαμπρό, άλλος τη νύφη, άλλος τον
παπά και κυρίως ντυνόσαντε οι άντρες με γυναικεία ρούχα και οι γυναίκες
με αντρικά. Στο πρόσωπο αντί για μάσκα έβαζαν ένα μαντήλι, ένα τσεμπέρι,
μια πετσέτα, ένα πανί γενικά και φρόντιζαν στο κάτω μέρος να είναι
ανοιχτό για να μπορούν να τρώνε και να πίνουνε.
Εθεωρείτο επιτυχία
τους, να μην τους γνωρίσουν. Στο τέλος βέβαια, όταν έφευγαν, γινόσαντε
τα αποκαλυπτήρια με γέλια και χαρές και έφευγαν για άλλο σπίτι.
Κάποια χρονιά, πολύ
αργότερα που ήμουν πλέον αρκετά μεγάλος, ήρθε στο σπίτι μας μια παρέα
από την Απάνου Ρούγα. Αφού τους φιλέψαμε άρχισαν να χορεύουν. Μαζί τους
ήταν και ένα παιδαρέλι ψηλό αδύνατο σκέτη σαΐτα. Μπαίνει μπροστά και
χορεύει ένα τσάμικο. Τί χορός ήταν αυτός! Αέρινος, ρυθμικός και
συγχρόνως παλικαρίσιος. Νόμιζες ότι δεν πατάει χάμου. Από τότε δεν έτυχε
να τον ξαναδώ να χορεύει. Κάθε φορά όμως που βλέπω κάποιον να χορεύει
καλό τσάμικο, η σκέψη μου γυρίζει σε κείνο το παιδαρέλι. Τόσο πολύ έχει
εντυπωθεί στη μνήμη μου.
Τώρα αν κάποιοι
είναι περίεργοι και αναρωτιούνται ποιός ήταν εκείνος ο εξαίσιος χορευτής
σας πληροφορώ ότι ήταν ο Θύμιος ο Βλάχος, ο σημερινός καλλιτέχνης της
πέτρας.
Κάποια στιγμή και
αφού πλέον το φαγητό είχε τελειώσει, έβαζε η νοικοκυρά αυγά στη χόβολη
να ψηθούν. Τα ονομάτιζε κιόλας. Ο καθένας το αυγό του. Αν το αυγό
ίδρωνε, ο ιδιοκτήτης του θα είχε υγεία. Αν έσκαγε, θα έσκαγαν οι εχθροί
του. Στο τέλος τα καθαρίζαμε και τα τρώγαμε και κείνα.
Κάπως έτσι τελείωνε
το αποκριάτικο τραπέζι.
Την Καθαρά Δευτέρα
οι νυκοκυρές συγυράγανε τα σπίτια από τη φασαρία της Κυριακής και
μαγειρεύανε νηστίσιμα φαγητά.
Οι άντρες βγαίνανε
στην αγορά. Πρωί-πρωί άρχιζαν με κονιάκ, έτσι για προθέρμανση. Άντε
εβίβα, χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή. Ποιόν να πρωτοθυμηθώ από τους
παλιούς;
Σίγουρα
κάποιους θα παλείψω.
Γιάννης Κουτσόπουλος
ο κουρέας, Σπύρος Λούτος, Τάσης Μανώλης, Νίκος Μανώλης, Χρήστος
Μανιάτης, Ντίνος Παυλούρος, Παναγιώτης Τσαούσης, Γιώργος Καράπαπας (ο
Σκόμπης), Γρηγόρης Λούτος, είναι μερικοί απ’ αυτούς που έρχονται στη
μνήμη μου. Απ’ όλους αυτούς ο μπάρμπα Γιάννης ο Κουτσόπουλος ήταν αυτός
που είχε την ικανότητα να τους μαζεύει και να τους οργανώνει στο πι και
φι. Γι’ αυτό το παρατσούκλι του ήταν στρατηγός.
Κατά τις 10 η ώρα
έφερνε ο μπάρμπα Ντίνος ο Φούρνιαρης (Χριστοδουλόπουλος) το φρέσκο ψωμί.
Και τότε άρχιζαν τα κούλουμα. Χαλβάς, ταραμάς, ελιές, κρεμμύδι, και το
απαραίτητο κρασί. Φαΐ, πιοτό, κουβέντα, χαιρετούρες, κέρασμα των
περαστικών, σιγά-σιγά με το ρυθμό αυτό περνούσαν οι ώρες. Έπιαναν και το
τραγούδι όταν ερχόσαντε στο κέφι.
Αργότερα κάποιος
έριχνε την ιδέα. Παίζουμε αμάδες; Παίζουμε. Έπαιρνε ένα πέταλο ο
καθένας, έφτιαχναν έξω στο δρόμο τον «πίτσιο», δυο τρεις πετρούλες την
μία επάνω στην άλλη και από απόσταση 10-15 μέτρων άρχισαν να σημαδεύουν
τον πίτσιο και να πετάνε τα πέταλα. Όποιος τον χτύπαγε ή πλησίαζε πιο
κοντα ήταν ο νικητής. Αυτός που το πέταλό του πήγαινε μακρύτερα ήταν ο
χαμένος. Έτσι όταν κάποιος έφτανε τις 3 ή 5 χασούρες (ανάλογα με τη
συμφωνία) κέρναγε τους υπόλοιπους. Σταματάγανε το παιχνίδι, πίνανε και
πάλι απ’ την αρχή. Μέχρι που βράδυαζε. Εμείς τα παιδιά χαζεύαμε γύρω
γύρω και κάναμε προγνωστικά ποιός θα κερδίσει και ποιός θα χάσει. Κάθε
τόσο επαναλάμβαναν τις νουθεσίες τους, «τραβάτε πάρα πέρα ρε, θα φάτε
καμία με το πέταλο στο κεφάλι και θα κλαίτε».
Μ’ αυτά και μ’ αυτά
πέρναγε και η Καθαρά Δευτέρα και άρχιζε η Μεγάλη Σαρακοστή. Οι παλιοί
νηστεύανε και πολύ καλά κάνανε. Κυρίως για την υγεία τους. Ενώ
εμείς.....
Τέλος πάντων.
Νηστεύοντες και μη νηστεύοντες καλή Σαρακοστή και καλή Ανάσταση.-
ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΙΔΗΣ |