|
Όταν την 28η Οκτωβρίου
1940 ο κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Μεταξάς αντέταξε το μεγάλο ΟΧΙ στο
ιταλικό τελεσίγραφο το είπε με τη βεβαιότητα ότι εκπροσωπούσε τον
ελληνικό λαό στο σύνολό του. Και το είπε ενσυνείδητα γιατί και ο ίδιος –
αν και είχε σοβαρούς λόγους να είναι διστακτικός – δεν είχε άλλη
επιλογή. Ένα ΝΑΙ του Μεταξά δεν θα οδηγούσε μόνο σε εθνική ταπείνωση,
αλλά υπήρχε κίνδυνος να προκαλέσει εθνικό διχασμό, μία επανάληψη των
εθνικών περιπετειών του 1916-1917. Ο κυβερνήτης της Ελλάδος, μέχρι
επιδόσεως του τελεσιγράφου, έπραξε το παν στο διπλωματικό τομέα
προκειμένου να αποφύγει τον πόλεμο. Επέδειξε ψυχραιμία σε όλες τις
προκλήσεις της φασιστικής Ιταλίας, ακόμα και στον άνανδρο τορπιλισμό της
Έλλης, την ιερή ημέρα του πανελληνίου προσκυνήματος στην Παναγία της
Τήνου.
Οι Έλληνες του ’40
ηγεσία και λαός είχαν έντονο το αίσθημα της αδικίας και της προσβολής
που αναίτια τους προκάλεσε ο αντίπαλος. Μπορεί να «κατάπιαν» προς στιγμή
την οργή και την αγανάκτησή τους για τον άνανδρο τορπιλισμό της Έλλης,
αλλά όταν η πρόκληση ήχθη μέχρις εσχάτων η οργή αυτή έλαβε τη μορφή
εθνικής παλαϊκής εξορμήσεως.
Οι Έλληνες δεν σύρθηκαν
στην περιπέτεια του πολέμου αγνοώντας τους θανάσιμους κινδύνους που θα
αντιμετώπιζαν ως άτομα και ως σύνολο. Ο Περικλής στον «Επιτάφιο» λόγο
του επαινεί τους Αθηναίους πολίτες διότι «είναι γενναίοι εν επιγνώσει
των κινδύνων». Και οι Έλληνες του ’40 είχαν πλήρη επίγνωση των κινδύνων.
Απέναντι στον πανίσχυρο
αντίπαλο, ο οποίος εκαυχάτο ότι «θα τσακίσουμε τα πλευρά της Ελλάδος», ο
Ελληνικός λαός αντέταξε πνεύμα καρτερίας, αποφασιστικότητας και
αυτοθυσίας. Έχοντας συναίσθηση των υλικών του αδυναμιών κατέφευγε –όπως
και οι μακρυνοί πρόγονοί του στις Θερμοπύλες– στην επίκληση του Θεού της
Ελλάδος. Αυτή τη φορά στο όραμα της Μεγαλόχαρης Παναγίας, που έγινε
σύμβολο ελπίδας και παρηγοριάς, της πίστης ότι δε θα μας εγκαταλείψει η
θεία πρόνοια. Το «Εν τούτω Νίκα».
Η συλλογική αυτή πίστη
ίσως προβληματίζει τους διανοούμενους, άθεους και τους εκ πεποιθήσεως
αρνησίθρησκους. Είναι όμως μία πραγματικότητα που συνέβαλε η συλλογική
ψυχή ενός λαού που έπρεπε να προχωρήσει προς τον θάνατο χωρίς να τον
φοβάται. Ένα μεταφυσικό όραμα, μία θεία ενόραση, πέραν της αγάπης των
Εστιών.
Ο αγών ήταν υπέρ Βωμών
και Εστιών, που στην περίπτωση των Ελλήνων του ’40 πήρε τη συμβολική
μορφή της Θεομήτορος, ίσως γιατί εξέφραζε την αγάπη και τον πόνο για το
σταυρικό θάνατο του Υιού της.
Η ψυχή, λοιπόν, των
Ελλήνων, λαού και ηγητόρων ήταν η δύναμη εκείνη που έγραψε το ένδοξο
Έπος του Σαράντα. Ας αφήσουμε να μιλήσουν μαρτυρίες απλών ανθρώπων,
μαχητών του πολέμου:
– Ένας στρατιώτης έγραψε
από το μέτωπο στη σύζυγό του:
«Δεν θέλω να μου
στείλεις φανέλλες και κάλτσες. Προτιμώ να μου φτιάξεις και να μου
στείλεις μία σημαία. Στο μέσον της θα βάλεις το Ντίνο να μου ζωγραφίσει
μία Παναγία της Τήνου. Θέλω να τη χαρίσω στο Λόχο μου. Θα παραξενεύεσαι
γιατί δεν με ήξερες για θρήσκο, αλλά από όσα βλέπουν τα μάτια μου,
πιστεύω και γώ ότι μία θεϊκή δύναμη συντροφεύει το στρατό μας. Άλλωστε
πώς μπορούσα να μείνω μόνος εγώ ασυγκίνητος, μέσα στο κύμα της πίστεως,
που έχει όλος ο στρατός μας προς την Παναγία της Τήνου;» (Από την
εφημερίδα Εκκλησία αριθ. 24).
– Ένας ανάπηρος ναυτικός
τραυματίας από την ένδοξο Ναυμαχία της Έλλης έλεγε στον ανταποκριτή της
εφημερίδας «Ελεύθερον Βήμα» (2 Μαρτίου ’41):
«Ο μοναχογιός μου Λοχίας
Μίλτος έπαυσε να ζει, δίνοντας τη ζωή του στον μεγάλο της Πατρίδας
αγώνα. Και τώρα θα προσπαθήσω εγώ με τη μισή ζωή που μου απομένει, να
μεγαλώσω τα μικρά μου κοριτσάκια για να τις δημιουργήσω μεγάλες και
τίμιες Ελληνίδες, που να υπερηφανεύονται, λέγοντας, όταν δεν θα υπάρχω
και γώ στη ζωή, ότι είναι αδελφές ενός Λοχία ήρωα και κόρες ενός
πατριώτη πατέρα.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝ. ΝΙΚΑΣ |