|
Ο άνθρωπος, ο
καθηγητής, ο δικαστής του Λαϊκού δικαστηρίου.
Ήταν
αυστηρός, ήταν σκληρός. ΄Ηταν σκούρκος, αλλά ήταν έντιμος και δίκαιος.
Δεν δικαιολογούσε μαθητές που πηγαίνανε στο Γυμνάσιο αδιάβαστοι και
απροετοίμαστοι εάν και εφόσον ήξερε ότι δεν εστερούντο τον επιούσιον
άρτον, ότι δεν ήταν νηστικοί.
Ο ίδιος
μαθητής, στο Γυμνάσιο της Κυπαρισσίας, είχε υποφέρει. Είχε μείνει
ορφανός χάνοντας τη μητέρα του σε μικρή ηλικία και αυτό είχε τις
συνέπειές του στην παιδική ψυχή.
Ο πατέρας
του, του έστελνε κάθε φορά ένα ταψί μπομπότα με αυτό περνούσε όλη τη
εβδομάδα. Το ψωμί αυτό το μοίραζε σε 7 κομμάτια, ένα για κάθε ημέρα.
Κάποια ημέρα όμως είπε να το ρίξει έξω και να φάει δύο κομάτια, την
επομένη μετάνοιωσε γιατί δεν έφαγε τίποτα. ΄Εκανε αναγκαστική νηστεία.
Λέγεται ότι σε κάποια φάση δεν έλαβε το περίφημο σιτηρέσιο γι΄άγνωστους
λόγους. ΄Ισως ήταν άρρωστος ο πατέρας και όλη την εβδομάδα την έβγαλε με
στραγάλια και νερό.
Όλα αυτά
βέβαια σημάδεψαν την ψυχολογία του και τη συμπεριφορά του έναντι των
μαθητών του και του κοινωνικού του περίγυρου. Αναφέρω δύο γεγονότα που
χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο.
Επεισόδιο 1. Παντρεύτηκε την κόρη του διαβολή με την οποία απέκτησε
τρία παιδιά, τη Μίνα, το Βασίλη και το Νίκο.
Ανέθρεψε
την οικογένειά του με τις αρχές της Χριστιανικής ηθικής και έμαθε τα
παιδιά του με το παράδειγμά του να ζούν έντιμα και δίκαια.
Όταν
νιόγαμπρος θέλησε να πάει γαμήλιο ταξίδι, εφόρτωσε στο άλογο κάποια
βαλίτσα, ένα σακούλι με τα απαραίτητα και ετοιμάστηκε να ξεκινήσει.
Στο σπίτι
του όμως φιλοξενούσε τα παιδιά του Κώστα Δαϊκου, Σχολάρχη τότε, Γιώργο
και Θανάση. Τα παιδιά είχαν χάσει τη μητέρα τους και ο πατέρας τους δεν
διανοείτο να ξαναπαντρευτεί.
Όταν ο
Γιώργος Παπακυριακόπουλος και η γυναίκα του ΄Ολγα άρχισαν να
αποχαιρετούν τα παιδάκια, εκείνα άρχισαν να κλαίνε με λυγμούς. «που θα
μας αφήσετε εμάς τί θα γίνουμε χωρίς εσάς τώρα». Έκλαιγαν και ατελείωτα
και απαρηγόρητα.
Βλέπει
όλη τη σκηνή ο νιόγαμπρος και φωνάζει «ξεφορτώστε το άλογο δεν θα πάμε
πουθενά». Τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν και ο μεν Γιώργος έγινε καθηγητής της
Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο δε Θανάσης Πολιτικός μηχανικός. Για
τα παιδιά αυτά σεμνύνεται όχι μόνο η Ζούρτσα αλλά ολόκληρη η Ολυμπία.
Εδώ
πρέπει να σταθούμε με σεβασμό για την γενναία απόφαση και πράξη του
αείμνηστου Παπακυριακόπουλου. Εθυσίασε ένα δεκαήμερο ξεγνοιασιάς και
αναμνήσεων για χάρη των τρυφερών παιδικών ψυχών που παρακαλούσαν τη
συμπαράσταση στην πιο κρίσιμη παιδική ηλικία της ζωής τους.
Επεισόδιο 2. 1943. Ο πατέρας μου είναι κατηγορούμενος για πολλές
μικροζημιές στα χωράφια του θείου μου Τάση Γιακουμόπουλου στη θέση
Μετόχι.
Είναι
γεγονός ότι οι αδελφοί Βλάμη προξενούσαν καθημερινά με τα πρόβατά τους
ένταση στις σχέσεις των δύο συγγενών. Αδιαφορούσαν στα δίκαια παράπονα
του Τάση Γιακουμόπουλου.
Κατήγορος
ο Τάσης Γιακουμόπουλος κατηγορούμενος ο Αλέξης Βλάμης για επτά
μικροαδικήματα. Πρόεδρος του Λαϊκού Δικαστηρίου ο Παπακυριακόπουλος. Ο
κ. Γ. Παπακυριακόπουλος διορισμένος από τις αρχές της εποχής. Ερωτά ο
Πρόεδρος: Έγιναν οι ζημιές αγροφύλαξ; Μικροπράγματα κύριε Πρόεδρε αλλά
έγιναν. Μα καλά 7 αγωγές; Απαντάει ο κατηγορούμενος «άρον άρον σταύρωσον
αυτόν κύριε Πρόεδρε». Ο Πρόεδρος αποφαίνεται: «Το δικαστήριο
αμφιβάλλει». Τι συνετέλεσε στην απαλλαγή; Κανένας δεν έδωσε εξήγηση.
Αυτός
ήταν ο Γεώργιος Παπακυριακόπουλος ο καθηγητής που άφησε όνομα με το
χαρακτήρα του και τις παρακαταθήκες του για τους νεότερους και όσους τον
εγνώρισαν.
Πέρασαν
χρόνια, τα τσοπανόπουλα ήρθαν στην Αθήνα, έγιναν φοιτητές και κατά
καιρούς κατέβαιναν στη Ζούρτσα.
Ξεχάστηκε
το παρελθόν, αποκατεστάθησαν πάλι οι οικογενειακές σχέσεις των δύο
οικογενειών, επήλθε συμφιλίωση και αρμονία και αγάπη.
Με το
φτάσιμο των αδελφών Βλάμη οι Ζουρτσάνοι αυθόρμητα λέγανε στον Τάση
Γιακουμόπουλο. «Καλώς τα δέχτηκες Τάση» και εκείνος υπερήφανα χαιρόταν
λες και δεχότανε τα ίδια του τα παιδιά. Άλλες εποχές, άλλα ήθη, άλλα
έθιμα. Ας ελπίσουμε ότι δεν χάθηκαν για πάντα οι συνήθειες αυτές.
Υπάρχει
ακόμα στον τόπο μας και φιλοξενία και αλληλεγγύη και φιλότιμο και
λεβεντιά και αγάπη και ελπίδα.
Γληγόρης Βλάμης |