|
ΛΗΣΜΟΝΙΣΜΕΝΕΣ ΕΠΟΧΕΣ-ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ,
έχει τίτλο το βιβλίο του φίλου Παναγιώτη
Κων.Γεωργακόπουλου, Αντιστρατήγου ε.α. της Ελληνικής Αστυνομίας από το
Σιδηρόκαστρο Τριφυλίας.
Παραθέτουμε το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του με
τίτλο «το Παιδικό μου Ημερολόγιο». Το περιεχόμενό του θα μπορούσε να
είναι και περιεχόμενο ενός ημερολογίου, ζουρτσανόπουλου της εποχής
εκείνης, της δεκαετίας του ’50.
Στο τέλος του πονήματός μου θεώρησα σκόπιμο να
συμπεριλάβω ένα απόσπασμα του «παιδικού μου ημερολογίου» που τακτικά
έγραφα τότε, ως μαθητής του Δημοτικού Σχολείου, στο τέλος της δεκαετίας
του ’50.
Τα άδολα παιδικά μάτια στον περιορισμένο χώρο μιάς
αγροτοποιμενικής κοινωνίας του χωριού έβλεπαν σαν κάτι το κοσμογονικό
και σπουδαίο τα μικρά και ασήμαντα που συνέβαιναν τότε.
Αποτυπώνει με ακρίβεια και γλαφυρότητα τη ζωή των
χωριών της πατρίδας μας εκείνης της εποχής.
Ένας καλός μου φίλος, καθηγητής της Λαογραφίας στο
Πανεπιστήμιο Αθηνών μου έγραψε: «Αποτελεί σπουδαίο και δυσεύρετο
λαογραφικό υλικό, πρόσφορο για επιστημονική μελέτη και επεξεργασία,
γιατί το περιεχόμενό του αναδύεται αφτιασίδωτο». Ίσως έτσι να έχουν
τα πράγματα.
Τις λίγες, λοιπόν, γραμμές από το απόσπασμα του
«ημερολογίου» μου αυτού με συγκίνηση προσφέρω στις άδολες ψυχούλες όλων
των ανθρώπων του μόχθου εκείνης της λησμονισμένης εποχής, που δε θα
ξαναζήσουμε σε τούτη την άπλα του κόσμου. (Διόρθωσα μόνο
τα ορθογραφικά λάθη, το λεκτικό το παλιό το κράτησα).
« - Ο νουνός μου θα ’ρθει την
Κυριακή από την Αθήνα. Θα μου φέρει τόπι με χρώματα και καραμέλες. Της
Τασίας τίποτα θα πώ να μην της δώσει, γιατί με βαρεί και με βάνει και
κάνω βαριές δουλειές. Στη Γεωγραφία η Τασία η αδερφή μου, είναι στούπας.
-
Ζουρλάθηκε ο μπαρμπα-Θύμιος.
Κλείστηκε στο σπίτι. Τον έπιασε ο Νωματάρχης και τον δέσανε οι
χωροφυλάκοι.
-
Πιάσανε φωτιά τα καταράχια. Κάηκε ο
κόσμος, βαρύγανε οι καμπάνες να μαζευτεί ο κόσμος.
-
Πέθανε η γριά-Γιαννούλα η μεγάλη.
Μας χόρευε με τραγούδια και μεις της βουτάγαμε τα κυδώνια από το πατερό
που κρεμόσαντε.
-
Παναγία μου, ξύλο που έριξε ο
πατέρας μου της Τασίας, τη λουπούνιασε γιατί πέταγε πέτρες και
τρουποκεφάλιασε τη Γεωργούλα την καψερή. Τώρα κοιμάται τα βράδια στη
γιαγιά μου να μην τη γραπώσει.
-
Ο χωροφύλακας ο Γιάννης μας έπιασε
στην αγορά απάνω που σουρούπωνε. Μας έχωσε καμπόσες και του ξεφύγαμε.
΄Αμα το μάθει ο δάσκαλος ότι είμαστε στα μαγαζιά, θα μας θάψει
ζωντανούς.
-
Πέθανε ο μπαρμα-Λιάς. Τον
είδα που ροχάλιζε και μετά ίδρωσε και ξεψύχισε. ΄Εσκουζε
η Λιού τίλογα.
-
Γεννοβόλησε η Βασίλω της Δήμαινας. Η
Μανώλαινα, η μαμή, την έβαλε και φύσαγε σε ένα αδειανό μπουκάλι, για να
ζορίζεται και να γεννήσει.
-
Πέθανε ο γερο-Τάσης Ζιώτης.
Έφτιασε την κάσα ο πατέρας μου που είναι μάστορης.
Άμα φτιάχνει κάσες, δεν παίρνει λεφτά.
-
Πιάσαμε 10 πουλιά και 2 κοτσύφια
στις πλακοπαγίδες.
-
Βουτήχτηκε ο Γιώρη-Τσάλας με το
Θανάση-Δημοστένη. Νίκησε ο Γιώρης. Του έκανε κεφαλοκλείδωμα, αλλά ο
Θανάσης του δάγκωσε το χέρι και τον αμόληκε.
-
Παντρεύτηκε ο Χριστο-Κουτσιουρούπας.
Πετάξανε κουφέτα και χορέψανε στ’αλώνι της εκκλησιάς. Ο κουμπάρος είχε
ρολόι και δόντια χρυσά και γραβάτα. Ωραίος ήτανε.
-
Ο Ηπειρώτης ο καλατζής αγάνωσε το
λεβετάκι που τυροκομάμε το γάλα και η μάνα του έδωσε έναν κόκορη μεγάλο
και δυό πλάκες σαπούνι.
-
Πρόγκιξε η φοράδα του
Μπραβέτα, τον έριξε και έγινε μαύρη η πλάτη του καψερού.
Του βάλανε βδέλλες να τραβήξουν το σκοτωμένο αίμα.
-
Βγάλαμε το κρεμμύδι από τον κήπο
σήμερα. Είχε ρίξει κεφάλι σαν μποτσίκι. Η Βασίλω ζήλευε, γιατί το δικό
της ήταν μικρό σαν κικίδι.
-
Πουλήσαμε με τη μάνα στο
παζάρι δυο κοκορόπουλα. Πήραμε μπογιές και μακαρόνια. Εκείνος ο χοντρός
που μας τα πήρε είχε ένα μάτσο λεφτά. Αμάν, Παναγία
μου, πόσα... Εμείς τίποτις.
-
Βαφτίσαμε τη Δημητρούλα του Γιώρη.
Πήρα συχαρίκια. Μου δώκανε συκοκάρυδα.
-
Απόψε τον πατέρα τον πονάγανε
τα πόδια από την Αλβανία που ήτανε στον πόλεμο και έσκουζε.
Εμείς στεναχωριόμαστε.
-
Ο Δημοστένης βάρεσε με λουρίδα το
Θανάση που βλαστήμαγε. Αν το μάθει ο παπάς στο κατηχητικό που θα’ρθει θα
τον σκοτώσει και θα του κόψει τη γλώσσα.
-
Ψόφησε η φοράδα του μπάρμπα-Γιώρη.
Κλαίγανε τα παιδιά στην αράδα έκλαιγε και η Γιώραινα και η Βγένα η
συμμαθήτρια και απόλυκα και εγώ τα κλάματα.
-
Ο παπάς χόρεψε στον Αη-Γιώργη μετά
την εκκλησία. Τον κράταγε ο πατέρας μου.
-
Έβαλα προποδιά στο Θανάση.
Συδιπλώθηκε και χιλιοσκοτώθηκε ο καψερός.
-
Σήμερα ο δάσκαλος βάρεσε τη
Γιωργία, την αδερφή μου, γιατί δεν ήξερε την προπαίδεια.
Της τράβαγε τα μαλλιά. Έκλαιγα ο καψερός και εγώ.
-
Πήγαμε στο πανηγύρι του Αη-Λιά.
Φάγαμε λουκούμι και παστέλι μισό-μισό με την αδελφή μου. Το βράδυ στα
όργανα, στην κομπανία, θα είναι και η πριμαντόνα με το φουρό που
καπινίζει τσιγάρα σα παπόρι. Θέλει σούβλισμα, λέει η
θειά μου.
-
Ο πατέρας, ο Μουσάγας και ο
Βασιλάκος βαρέσανε δυο λαγούς σαν προβατίνες μεγάλους.
-
Σφάξαμε το γουρούνι και το μαδήσαμε
απάνω στην πόρτα. Παίξαμε με τη φούσκα και χορτάσαμε.
-
Η δασκάλα η Αλίκη πλάκωσε στο ξύλο
το Γιώρη, το Φώτη και το Θανάση, γιατί πιαστήκανε στο πίσω μέρος στο
λεωφορείο να χορτάσουνε καβάλα, αλλά χορτάσανε ξύλο οι έρημοι.
-
Βάλαμε 17 αβγά στην κλώσα και έβγαλε
μόνο 5 η μοναστηριακιά, όπως μας είπε η μάνα μου.
-
Κουρέψαμε τις προβατίνες. Τα μαλλιά
θα τα πουλήσουμε να πάρω καπέλο με κουκουβάγια.
-
Είπε το ράδιο ότι έκαμε σεισμούς σε
κάτι νησιά. Κρίμα που δεν έκαμε εδώ να γκρεμιστεί το μαγαζί του γερο-Φαρμάκη,
να βουτήξουμε τις καραμέλες του τσιφούταρου.
-
Η Τασία με έβαλε και καβάληκα
ανάποδα το άλογο. Πρόγκιξε, έπεσα και έσπασα το χέρι. Μου το έφτιαξε η
γριά-Μπόταινα. Βερβέραγα από τους πόνους.
-
Ο Νικο-Κούλος και ο Διαμαντάκος
βαρέσανε την καμπάνα τη μικρή λυπητερά. Τους πλάκωσε ο δάσκαλος στις
κλωτσιές και στις σκαμπίλες. Τους σκότωσε.
-
Παντρεύτηκε η Γεωργία της
θειάς μου της Ντίνας. Ρίνανε ντουφέκια στον αέρα και προγκάγανε τα άλογα
με τα προικιά που τα πήρανε ούλα οι συμπεθέροι και το μπαούλο μαζί,
που είχε κουραμπιέδες μέσα. Εγώ έκλαιγα τότε.
-
Έσπασε το αλέτρι του μπάρμπα μου και
βλαστήμαγε. Το πήγε στον Κοζιό να το φτιάξει τη νύχτα.
-
Την Τασία, τον Γιώργη, το
Μήτσιο και το Θανάση τους έκλεισε νηστεία ο δάσκαλος, γιατί ήσανε
σκράπες στη γεωγραφία. Καλά τους έκαμε γιατί με
βαρούνε».
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ |