ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΖΟΥΡΤΣΑΝΩΝ ΑΘΗΝΑΣ

Aριθμός Φύλλου 89    ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ   2006

 

TO EIKONIΣMA

 

Εκείνος ο χειμώνας βαρύς και παράξενος. Από τα πρωτοβροχιάτικα μπουμπουνιταριά φαινόταν ότι θα ’κάνε όλο το χειμώνα θεό με το θεό. Εκείνο το χειμώνα τον παγερό και τον άχαρο, πήρε μισιακό ο μπάρμπας μου ένα παλιοχώραφο στου Ντελιζιά. Μακρουλό ήτανε, όλο πεζούλες μισογκρεμισμένες κι εκείνες και κατά τον ανήφορο στο λόγγο, όλο λαχιδάκια, με ελάχιστο χώμα, ίσια που σκέπαζε τις κόντρες.

 

Τ’ αλέτρι, με το ζευγάρι που σχεδόν μόνο στην κόλαρη πέρναγε, ενώ το υπόλοιπο το έσκαβε με τον κασμά το μυτερό που έτσι και τον έβρισκε πέτρα στο βάρεμα, πέταγε σπίθες σαν αστροπελέκι.

Μεριά η κακοκαιρία, μεριά οι αρρώστιες, πήγε πίσω το καμάτι.

Αρρώστησε το μικρότερο παιδί από «πλεμονία» και έβηχε ασταμάτητα. Το πήγε η θειά μου στη γριά Βενετσάνα τη μακαρίτισσα και το ’τρίψε κόμπο-κόμπο με βασιλικό από γουρουνιού μπόλια και στο τέλος «απεφάνθη» ότι το παιδί είναι «νταντανιασμένο» έχει «χουχουλούζα». Μα ο βήχας επέμενε και το πρωί μπονόρα, το πήρε καρβαλούτσα και το πήγε στο γιατρό. Δώσανε φάρμακα και πέρασε. Αλλά το καμάτι έμεινε πίσω. Ξεσποριάσανε όλοι στο χωριό, πλησίαζαν Χριστούγεννα. Έκανα «παύσεις» από το σχολειό και την άλλη μέρα πήραμε το ζευγάρι και πήγα κι εγώ στον Ντελιζιά μαζί με το μπάρμπα και τη θεια μου.

 

Φόραγα κοντά παντελονάκια, τότε μαθητής της πρώτης σηματοδοτούσαν τη «διορατικότητα» των γονέων, ότι «σε κάνα δύο χρόνια θα μεγαλώσει το πόδι»,για ν’ έρχονται οι γαλότσες. Από κάλτσες ούτε συζήτηση. Ένα ζευγάρι είχα, αλλά κόψαμε τις καλτσοδέτες με τ’ άλλα παιδιά και φτιάξαμε «πεταχτάρες» και από τότε ούτε τις ξαναφόρεσα, γιατί μέχρι που να κάνεις τρία βήματα τις είχε χαλάσει η γαλότσα.

 

Έζεξε λοιπόν ο μπάρμπας μου το μουλάρι το άσπρο και μια παλιοφοραδούλα που ’χαμέ, κοκκινωπή ίσια που στεκότανε, αδύνατη από το κρύο και κοκκαλιάρα. Αχεριαζότανε ταχτικά από βραδύς και την κονταυγή τη σταύρωνε η Μαριγώ με το σάρωμα και το στατέρι και της πέρναγε το αχέριασμα. «Πούντα» την έλεγε ο συγχωρεμένος, όταν τον νευρίαζε. Όταν την έζεξε γύρισε τ’ άλογα να κοιτάνε την ανατολή, έβγαλε την τραγιάσκα και έκανε το σταυρό του κοιτάζοντας την ανατολή που ήταν ξανοιγμένη, αλλά σκοτεινή ακόμα. Σταυροκοπήθηκε και η θεία μου δύο φορές, πίσω από το ζευγάρι, έχοντας τον κασμά «παρά πόδας». Έκανα κι εγώ το ίδιο. Στην παγωμένη ατμόσφαιρα, τα χνώτα μας, ο ανασαγμός ο δικός μας και των ζωντανών του ζευγαριού, έβγαινε μπόλικος και σταχτύς, όμοιος με θυμίαμα, βγαλμένο από το θυμιατήρι δεσπότη, και ανέβαινε προς τον ουρανό. Εκείνο το λεπτό της «ενθέου προσευχής μου» στου Nτελιζιά το πλεύρωμα, δεν το έζησα ποτέ πια και η θύμησή του, ανατριχίλα στέλνει το κορμί και θαμπωμάρα υγραίνει τα βλέφαρα μου.

 

Ο μπάρμπας μου έδωσε τις απαραίτητες διαταγές του: Εγώ θα πήγαινα πέρα-δώθε να βάργα με την αξίνα την αυλακιά και η θεία με τον κασμά θα έσκαβε τις άκρες, στην άκρη στο λόγγο, εκεί που δεν πέρναγε το αλέτρι.

Δεν καταλάβαινα και δεν ήξερα την «τέχνη»· έτσι που βάργα με την αξίνα πεταγόσαντε οι πέτρες και όπως φόραγα κοντά παντελόνια τα καλάμια τα είχα κάνει σωθικά. Οι γαλότσες ήταν γεμάτες αίματα.

Μετά το απομεσήμερο, ο καιρός χάλασε και ψηλότερα στου γκόζι σκοτείνιασε.

Μια σποριά θέλαμε και θα κιόναμε.

Ο μπάρμπας μου ζόρισε το ζευγάρι, μα άρχιζε να ψιχαλίζει. Η φοραδούλα «η πούντα» άρχιζε να μη τραβάει, παρά το κοπάνημα που της έκανε με την ξυάλη.

 

Έλα τράβα τη μοναστηριακά ρε, πρόσταξε ο μπάρμπας μου, ενώ το νερό δυνάμωνε. Πήγα να την τραβήξω από το καπίστρι, αλλά μου πάτησε τη γαλότσα και από τον πόνο έβαλα τη φωνή. Τρεις αυλακιές μένανε ακόμα μα κόντευε να σουρουπώσει και η «πούντα» γονάτισε μέσα στην αυλακιά. Την ξεζέψαμε. Τότε ο μπάρμπας, χωρίς να χάσει καιρό με τα αμπράζικα χέρια του, βούτηξε το ζυγό, τον έβαλε στην πλάτη και το μουλάρι από την άλλη μεριά τράβαγε το αλέτρι. Η θεία μου κράταγε το χερούλια και εγώ κοίταγα...

Μου ερχόταν να βάλω τα κλάματα, έτσι που τον έβλεπα. Στη δεύτερη αυλακιά, έπιασε τέτοιος ανεμοστρόβιλος, που χάλαγε ο κόσμος. Το νερό χτύπαγε το μπάρμπα μου κατάμουτρα, τον έπνιγε και τον στράβωνε, μα τράβαγε το ζυγό με τα στήθια έξω, σα να ‘κάνε γιουρούσι. Πήγα και εγώ, αδύναμο παιδάκι τότε και έσπρωχνα δίπλα του. Τελειώσαμε. Με βούτηξε στο τέλος της αυλακιάς με φίλησε κάνα δυο φορές και με έσφιξε στα πυρακτωμένα από το αλέτρι στήθια του, «Να μάθεις γράμματα» μου είπε.

 

Ξεζέψαμε, φύγαμε.

Την Κυριακή πήγα στο Ιερό, του Άη - Νικόλα.

Εκεί είδα μια εικόνα. Τον Κύριο να τραβάει στον «Κρανίου τόπο» το Σταυρό του μαρτυρίου. Δεν διέφερε σε τίποτα από το θείο μου, στον ντελιζιά το γέρμα.

Η εικόνα είχε και τη θεία μου και ξωπίσω και εμένα μέσα. Μόνο που ο μπάρμπας μου μέχρι το τέλος τράβηξε ο ίδιος το ζυγό (το Σταυρό) δίχως τον Σίμωνα τον Κυρηναίο.

Έμαθα γράμματα, όπως μου είπε, έφυγα και ούτε ξανάσκαψα.

 

Ένας παπάς στην Αρκαδία έφτιαχνε καινούργια εκκλησιά και χρειαζότανε εικόνες.

Πήγα στη μνήμη του μπάρμπα μου και της θείας μου, την εικόνα με τον Χριστό και το Σταυρό στον ώμο... Περνώ και βλέπω να λειτουργιέται και να λιβανίζεται στην πρώτη θέση. Την ασπάζομαι και νιώθω την ίδια ζεστασιά της αποσταμένης αγκαλιάς του μακαρίτη του μπάρμπα μου στο τέλος της αυλακιάς στου ντελιζιά το πλεύρωμα.

Τάκης Γεωργακόπουλος, Σιδηρόκαστρο - Τριφυλίας

(O αγαπητός συμπατριώτης μας στρατηγός Διονύσιος Bλάχος, έστειλε στην εφημερίδα μας για δημοσίευση το παραπάτω διήγημα γραμμένο από έναν κοντοπατριώτη μας από το Σιδηρόκαστρο, που πρωτοδημοσιεύθηκε στη «Φωνή της Xωροφυλακής».

Tο παραθέτουμε γιατι είναι ένα όμορφο κείμενο που ζωντανεύει με τέχνη και χάρη έναν αλλοιώτικο και δύσκολο τρόπο ζωής των παληών ανθρώπων του χωριού, ξεχασμένο πια από μας τους νεώτερους...)

 

 

 

 

 

 

Copyright © ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΝΕΩΝ ΦΙΓΑΛΕΙΕΩΝ (ΖΟΥΡΤΣΑΝΩΝ) ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΑ «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ»