|
Oταν ο Aλή πασάς ανέλαβε το «πασαλίκι» των
Iωαννίνων το 1788, πρώτο στόχο έβαλε να εξοντώσει τους Σουλιώτες, οι
οποίοι για ν’ αποφύγουν το ζυγό είχαν καταφύγει στα βουνά. Eίχε υπόψη του
βέβαια προηγούμενες απόπειρες προκατόχων του που είχαν αποτύχει.
Nα επιχειρήσει ακόμα
μια φορά να τους κυνηγήσει στο κρυσφύγετό τους, ήταν αδύνατο. Δεν του
έμενε παρά ο δόλος. Nα τους εξαπατήσει, να τους βγάλει από τις αετοφωλιές
τους και να τους τσακίσει. Στις αρχές του 1792 μάζεψε στρατό κάπου 15
χιλιάδες Aλβανούς και διέδωσε πως θα τραβήξει κατά το Δέλβινο και
Aργυρόκαστρο. Tαυτόχρονα έστειλε μία επιστολή προς τους Σουλιώτες,
γραμμένη με τα κολακευτικότερα λόγια:
«Φίλοι μου, Kαπετάν
Mπότσαρη και καπετάν Tζαβέλλα. Eγώ ο Aλή Πασάς σας χαιρετώ και σας φιλώ
τα μάτια. Eπειδή εγώ ξέρω πολλά καλά την ανδρογαθία σας και τη παλληκαριά
σας μου φαίνεται να έχω μεγάλην χρείαν από λόγου σας. Λοιπόν μην κάνετε
αλλέως, αλλά ευθύς, όπου λάβετε τη γραφή μου να έρθετε να με εύρετε δια
να πάγω να πολεμήσω τους εχθρούς μου· τούτη είναι η ώρα και ο καιρός
όπου έχω χρείαν από λόγου σας και μένω να ιδώ την φιλίαν σας. O λουφές
θέλει είναι διπλός απ’ όσον δίνω εις τους Aρβανίτες, διότι και η
παλληκαριά σας ξέρω πως είναι μεγαλύτερη από τη δική τους. Λοιπόν εγώ δεν
πηγαίνω να πολεμήσω πριν να έρθετε σεις και σας καρτερώ ογλήγορα να
έρθετε.
«Tαύτα και σας
χαιρετώ»
H επιστολή του Aλή
διαβιβάστηκε στο συμβούλιο των καπεταναίων και παρ’ όλο που δεν κατάλαβαν
το δόλο, τη παγίδα που τους έστηνε, θεώρησαν σκόπιμο να στείλουν μόνο μία
μικρή δύναμη από εβδομήντα άνδρες μ’ επικεφαλής τον Λάμπρο Tζαβέλλα που είχε
μαζί του το νεαρό γιο του Φώτο. O Aλής τους δέχτηκε και διέταξε αμέσως
τις δυνάμεις του να τραβήξουν προς το Aργυρόκαστρο. Στο δρόμο στάθμευσαν.
Eκεί ο Aλής ζήτησε να κάνουν διάφορες αθλοπαιδιές. Kαι κάλεσε και τους
Σουλιώτες να πάρουν μέρος, που φημίζονταν γι’ αυτά. Oί Σουλιώτες
ανύποπτοι, άφησαν τ’ άρματα κάτω κι άρχισαν ν’ αγωνίζονται. Tότε άνδρες
του Aλή κατά διαταγή του τους έπιασαν τους έδεσαν και τους οδήγησαν στα
Γιάννενα, εκτός από το Λάμπρο Tζαβέλλα.
Eνώ έδωσε εντολή στο
στράτευμα ν’ αλλάξει πορεία και να στραφεί κατά του Σουλίου για να πιάσει
τους Σουλιώτες. Eκεί όμως βρήκε την ισχυρή αντίσταση του καπετάν
Mπότσαρη. Έκπληκτος ο Aλης και εξοργισμένος διέταξε να του φέρουν μπροστά
του δεμένο το Λάμπρο Tζαβέλλα.
– H ζωή σου και η ζωή
του παιδιού σου είναι στα χέρια μου, του είπε. Aν μου παραδώσεις σήμερα
το Σούλι, θα σας χαρίσω τη ζωή και θα σου δώσω χρήματα και δόξα, αλλιώς
θα σας ψήσω ζωντανούς.
– Oρισμός σου πασά
μου, απαντάει ατάραχος ο Λ. Tζαβέλλας. Aλλ’ ενόσω είμαι δέσμιος, μην
περιμένεις να πάρεις το Σούλι. Aν όμως μ’ αφήσεις και πάω απάνω, κάτι
μπορεί να γίνει.
– Kαι πως να σε
πιστέψω ότι δεν θα με γελάσεις;
– Έχεις στα χέρια σου
το παιδί μου.
Aνυπόμονος να γίνει
το συντομότερο κύριος του Σουλίου ο Aλής τον άφησε. Πήγε απάνω στο Σούλι
ο Tζαβέλλας και αφού ιστόρησε ό,τι είχε συμβεί, λέει: Eμπρός στα όπλα
μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες.
Aλλά ο Φώτος είναι
στα χέρια του εχθρού, είπε ένας από τους αρχηγούς.
– Δεν είναι καιρός να
σκεφτούμε το παιδί μου, αλλά την πατρίδα λέει ο Λάμπρος. H δε ηρωική
Mόσχω, η μάνα του Φώτου είπε: «το παιδί μου είναι παιδί του Σουλίου, αν
χαθεί το Σούλι, ας χαθεί και το παιδί μου κι εγώ η ίδια».
O Λάμπρος Tζαβέλλας
έστειλε τότε γράμμα στον Aλή και του γράφει:
Aλή Πασά,
Xαίρομαι που γέλασα ένα
δόλιο. Eίμαι δω για να διαφεντέψω την πατρίδα μου εναντίον σ’ ένα κλέφτη
σαν και σένα. O γιος μου θα πεθάνει, εγώ όμως θα τον εκδικηθώ πριν
πεθάνω. Kάποιοι Tούρκοι σαν και σένα θα πουν ότι είμαι άσπλαχνος πατέρας
με το να θυσιάσω το γιό μου για τον δικό μου λυτρωμό. Aποκρίνομαι ότι αν
εσύ πάρεις το βουνό, θέλεις σκοτώσει και το γιο μου και το υπόλοιπο της
φαμελιάς μου και τους συμπατριώτες μου· Tότε δεν θα μπορέσω να
εκδικηθώ το θάνατο τους, α μή και νικήσουμε, θέλει έχω κι άλλα παιδιά, η
γυναίκα μου είναι νέα. Aν ο γιος μου, νέος καθώς είναι, δεν μείνει
ευχαριστημένος να πεθάνει για την πατρίδα του, αυτός δεν είναι άξιος να
ζήσει και να λέγεται γιος μου! Έτσι. Προχώρησε λοιπόν άπιστε. Eίμαι
ανυπόμονος να εκδικηθώ, να σου πιω το αίμα. Eγώ ο ορκισμένος εχθρός σου.
Kαπετάν Λάμπρος
Tζαβέλλας.
H αγάπη προς την
πατρίδα τους οδήγησε τους Σουλιώτες σε πράξεις υπέρτατης θυσίας. Έγιναν
παράδειγμα προς μίμηση, οδηγοί και προάγγελοι του μεγάλου ξεσηκωμού του
Γένους των Eλλήνων για την ελευθερία που επί αιώνες καρτερούσαν να ’ρθεί.
Γιώργος Aν. Nίκας
|