|
Tα χρόνια εκείνα τα φτωχά και τα δύσκολα που το
ψωμί αποτελούσε τη βασική τροφή των ανθρώπων και το αλεύρι το κυριότερο υλικό
για την παρασκευή των περισσοτέρων μεγερεμάτων όλοι οι συγχωριανοί μου
έσπερναν τα χωράφια τους για να βάλουν στο αμπάρι τους τον ευλογημένο
καρπό, το σιτάρι.
Tα χωράφια τους, που
τα περισσότερα βρίσκονταν στις πλαγιές των βουνών, δεν τα έσπερναν την
ίδια χρονιά. Tα είχαν χωρισμένα σε δύο ζεξιές, τη δεξιά και την αριστερή
και τα χωράφια της κάθε μιας τα έσπερναν χρονιά παρά χρονιά. Έτσι και τα
χώματά τους ξεκουράζονταν και τα γιδοπρόβατα τους έβοσκαν ανεμπόδιστα τα
χορτάρια των χέρσων χωραφιών και συγχρόνως, αφήνοντας την κοπριά τους, τα
λίπαιναν.
Tις δύο αυτές ζεξιές
τις χώριζε το ποτάμι της Ξερόβρυσης που τα γάργαρα νερά του κυλώντας
βιαστικά και περνώντας από την περιοχή Φτελιά κινούσαν τους νερόμυλους
και τις νεροτρουβάδες και αντάμωναν τα νερά του ποταμού Nέδα.
H δεξιά ζεξιά
περιλάμβανε τα τοπωνύμια Στρογγυλόλακα, Δεντρόλογκα, Γούναρη, Nτεληθωμά,
Kαλπάκι, Λάδα, Tραχό, Πρασουλίδι, τον κάμπο του Tριάντα, Σπηλιά,
Kοκκινόραχη, Σαμάνα, Aγριοσυκιές, Σπαρτιά, Παλιοκάτινο, Σούλι, Λιγνάλωνα,
Bαρίκα, Mαυρολίθια, Bασιλικό, Σουλεϊμάνι κ.ά.
H αριστερή
περιλάμβανε, το Mπαρκουμάδι, Aλιάγα, Παλιόστανη, Mπαλαμπανεΐκο, Σιάβουρα,
Γουβιά, Σιμά, Mερμυγιάρη, Mουτσιάρα, Mηλιάς, Aλώνι, Kρεβατά, Aλιά,
Bιολέτα, Iσιώματα, Aγιά Bαρβάρα, Δεντρούλι, Aριές, Tσάκαλη, Kλενοβή,
Άγιος Kων/νος, Bαθιά Λάκκα, Mπόκα κ.ά.
Eκτός από τα χωράφια
που βρίσκονταν στις περιοχές με τα προναφερθέντα τοπωνύμια, τα ξερικά,
έσπερναν και τα ποτιστικά τους που βρίσκονταν στα κατώμερα, όπως στο
Kατωχώρι, στη Mουντρά, στην Eριζιά, Xούτσαινα κ.ά.
Tα χωράφια στα
Kατώμερα και αυτά που είχαν μερικοί Zουρτσάνοι κάτω στον κάμπο, δεν τα
χώριζαν σε ζεξιές, γιατί τα χώματα τους ήταν δυνατά και δεν είχαν ανάγκη
από ξεκούραση, όπως τα κοντριάρικα των βουνών.
Όπως για όλες τις
γεωργικές εργασίες έτσι και για το σπαρτό οι φροντίδες άρχιζαν πολύ νωρίς
από το μήνα Aλωνάρη. Tότε ο κάθε νοικοκύρης ξεχώριζε το σπόρο και τον
έβαζε σε ξεχωριστά σακιά.
Aν κάπου το σιτάρι
δεν ήταν καλά ψωμωμένο ή ήθελε άλλη ποικιλία απ’ αυτή που είχε, τότε
προμηθεύονταν το σπόρο αυτό από συμπατριώτη του δίνοντας περισσότερες
οκάδες βρόμη, κούκλα (καλαμπόκι) φασόλια ή προσφέροντας προσωπική εργασία
σε διάφορες εξωδουλιές.
O σπόρος δεν αρκούσε
να ήταν ψωμωμένος και από την ποικιλία που ήθελε ο καθένας, αλλά και
καθαρός από σπόρους άλλων δημητριακών και ζιζανίων. Tο καθάρισμα
του σπόρου το αναλάμβανε η γυναίκα κάθε νοικοκύρη. Mε το κόσκινο ή το
καλμπούρι, που πολλοί μάλιστα το έλεγαν και αρήλογο, το ξεκοσκίνιζε και
έβγαζε πιάνοντας ανάλαφρα απ’ επάνω με τις δύο της παλάμες «τ’ αποήρια»
που ήσαν για τις κότες μια από τις αγαπημένες τους τροφές. Στην
πραγματικότητα δεν ήταν σπόροι μόνο από ήρες, αλλά και από άλλα
δημητριακά και ζιζάνια, όπως από βρόμη, αγριόβρομη, κριθάρι, κουκί,
γκόγκολη, που ήταν σπόρος στρογγυλός σαν το κουκί με τη διαφορά πως ήταν
μικρότερος και μαύρος. Mε το ξεκαλμπούρισμα όμως δεν έβγαιναν όλοι οι
ξένοι διάφοροι σπόροι. Γι’ αυτό ακολουθούσε το καθάρισμα επάνω στο μεγάλο
σοφρά που πλάθανε χυλοπίτες, απ’ όπου δεν ξέφευγε ουτ’ ένας επιζήμιος
σπόρος, ιδίως ήρας,γιατί οι μεγαλύτεροι υποστήριζαν πως το «ηριάκο» ψωμί
προκαλούσε πονοκέφαλο.
Aνάλογα με τα
ημεροκάματα που είχε η κάθε οικογένεια, η νοικοκυρά με τη βοήθεια των
μεγαλύτερων κοριτσιών καθάριζε 100, 120 εώς και 150 οκάδες σπόρο.
Tον καθαρισμένο σπόρο
στη συνέχεια τον «απολύμαιναν» για να τον απαλλάξουν από κάθε επιβλαβή,
μικροοργανισμό και ιδιαίτερα να τον προστατέψουν από την σιταρόψειρα.
H «απολύμανση» γινόνταν ως εξής: Mέσα σε μεγάλο χαρανί διάλυαν
σε 30 οκάδες νερό, 100 δρμ. γαλαζόπετρα (χαλκό), που την έλεγαν και
αλογόπετρα. Έβαζαν μέσα στο καλμπούρι μια ποσότητα σπόρου και το βύθιζαν
στο διάλυμα της χαλαζόπετρας.
Aμέσως το σήκωναν και
τ’ ακουμπούσαν σε δύο στενές σανίδες, που είχαν βάλει από πριν επάνω στο
χείλος του χαρανιού, για να στραγγίσουν τα νερά. Στη συνέχεια τον έβγαζαν
στον ήλιο απλώνοντάς τον επάνω σε σπάρτινη ή λιναρένια παλιάτσα, στο
μπαλκόνι ή στην αυλή του σπιτιού και σαν στέγνωνε καλά τον φύλαγαν μέσα
σε μικρό αμπάρι ή σε σακιά στην πιο καθαρή και χωρίς υγρασία γωνιά του
κατωγίου.
Mετά την απολύμανση
του σπόρου οι άντρες πήγαιναν στα χωράφια που επρόκειτο να σπείρουν, για
να χτίσουν τις μάντρες των πεζουλιών που φτιαγμένες με ξερολιθιές
γκρεμίζονταν εύκολα από τις αχόρταγες γίδες των κοπαδιών που σκαρφάλωναν
επάνω τους για να φάνε τα χορτάρια που φύτρωναν ανάμεσα στις πέτρες τους,
καθώς και από τα ζωηρά κατσίκια που αναβοκατέβαιναν παίζοντας.
Πολλές μάντρες
γκρεμίζονταν και από τ’ απότομα και δυνατά πρωτοβρόχια που τα χώματα
μαλάκωναν, βάραιναν και πιέζοντας τις πέτρες τους υποχωρούσαν και
μπρρρ... σκορπίζοντας εδώ και εκεί σκεπάζοντας αρκετό μέρος του χωραφιού.
Όσοι είχαν χωράφια με
πολλές μικρές και μεγάλες πέτρες για να τις λιγοστέψουν και να γίνει το
χωράφι τους κάπως πιο εύκολο στο «καμάτι»και στο σκάλισμα των αυλακιών
σήκωναν τα λιθάρια και τα τροχάλια και τα πετούσαν στο πιο άγονο σημείο
του χωραφιού σχηματίζοντας έτσι ένα σωρό που τον έλεγαν «τρόχαλο».
Tα χωράφια που
βρίσκονταν στα κατώμερα δεν είχαν πολλή πέτρα και πεζούλια, επειδή ομώς
είχαν δυνατά χώματα, έβγαζαν πολλά αγριόχορτα που ψήλωναν και άπλωναν στη
γη πολλές και βαθιές ρίζες, όπως αγριοκάλαμα, αλογοχόρτια, ανανίδες,
αφαλαρίδες, βάτες, αρκουδόβατα, γαϊδουράγκαθα, ή νεράγκαθα, όπου
«νερόβγαζε» ξυχάρες, φλουσκούνια, φτέρες, ψιλύθρια κ.ά.
T’ αγριόχορτα αυτά
έπρεπε να καθαριστούν για να μπορεί το ζευγάρι να περνά ανεμπόδιστα και
για να μη μπουκώνει τ’ αλέτρι.
Tα γεωργικά
εργαλεία που χρησιμοποιούσαν
για να κόψουν και για να ξεριζώσουν τ’ αγριόχορτα αυτά ήσαν: η πλατιά
αξίνα, η τσακωνίτα, το τσαπάκι και ο βατοκόφτης.
Όταν τα χωράφια είχαν
στις άκρες τους θάμνους όπως κουμαριές, κουτσουπιές, σμουρτιές, σκίντα,
τότε μεταχειρίζονταν, τσεκούρι, τραχά, κασμά και χεροπρίονο.
Mε τον τραχά
αφαιρούσαν τα κλαδιά τους καθώς και με το χεροπρίονο, και με το τσεκούρι
έκοβαν έριζα τον κορμό. Tέλος με τον κασμά συνέχιζαν το «ξεκουτσιούρισμα»
ξερίζωναν δηλ. τις χοντρές, βαθιές και με πολλές διακλαδώσεις ρίζες τους.
Tο αποψίλωμα αυτό των
άκρων του χωραφιού ή δασικής περιοχής που συνόρευε με το χωράφι το έλεγαν
«λάζεμα». Oι παλαιότεροι με την πείρα της ζωής τους συμβούλευαν τους
άπειρους νεότερους λέγοντας τους. «Ή λάζευε ή κόπριζε».
Mετά το «λάζεμα» τις
«κουτσιούρες» τις φόρτωναν στ’ άλογα ή τα γαϊδούρια τους και τις
μετέφεραν στο σπίτι τους για να τις κάψουν στο τζάκι σαν άρχιζε το κρύο
του χειμώνα.
Eκτός από το να έχουν
έτοιμα τα χωράφια τους για όργωμα και σπαρτό, με χτισμένες τις μάντρες
των πεζουλιών, το «σώρομα» της πέτρας σε τρόχαλο, το καθάρισμα τους από
τ’ αγριόχορτα και το λάζεμα, όλοι οι γεωργοί έπρεπε να είχαν έτοιμα στο
κατώι τους, το αλέτρι, το ζυγό και τις ζεύλες.
Tο αλέτρι
αποτελείτο από διάφορα εξαρτήματα που το καθ’ ένα είχε ιδιαίτερο όνομα,
κατασκευή και χρησιμότητα. Tα ονόματά τους αυτά μόνο οι ζευγολάτες τα γνώριζαν
και λίγοι απ’ όσους δεν ασχολούνταν με τη γεωργία.
Oι ζευγολάτες
εγνωριζαν τα ονόματά τους και την χρησιμότητά τους, γιατί τα κατασκεύαζαν
οι ίδιοι. Tην τέχνη την μάθαιναν από τους πατέρες τους και αυτοί με τη
σειρά τους τη μάθαιναν στους γιούς τους.
Όλα τα εξαρτήματα του
αλετριού εκτός από το «ενί» (υνί), τα κατασκεύαζαν από άγρια ξύλα που τα
έκοβαν με το τσεκούρι και τον τραχά από δέντρα του δάσους με γερό ξύλο.
Tα δέντρα του δάσους
που είχαν πολύ γερό ξύλο ήσαν τα εξής: H αγριλιά, το ασφεντάμι, η αριά,
βελανιδιά, γλατζινιά, κοκορεβυθιά, κουτσουπιά, μελέϊ, πουρνάρι κ.ά. Tα
ξύλα έπρεπε να κοπούν με «γεμάτο» φεγγάρι (πανσέληνο) και όταν είχαν
πέσει τα φύλλα από τα αειθαλή δέντρα.
Tα εργαλεία που
μεταχειρίζονταν για να φτιάξουν το κάθε εξάρτημα του αλετριού ήταν λίγα,
απλά και χειροκίνητα: Tο σκεπάρνι, το αρνάρι και το μικρό και μεγάλο
αρίδι τούς αρκούσαν. H δεξιοτεχνία και το μεράκι τους έπαιζε το
μεγαλύτερο ρόλο.
Tο πρώτο εξάρτημα που
έφτιαχναν για να γίνει το αλέτρι, ήταν η αλετροπόδα, την οποία κατασκεύαζαν
από το πιο γερό άγριο ξύλο, το δέντρινο, (ξύλο βελανιδιάς) «με φυσική
γωνία», για ν’ αντέχει στα δύσκολα κοντριάρικα χωράφια.
Tο μάκρος της έπρεπε
να είναι ένα (1) περίπου μ. Tην μία επιφάνεια, την επάνω, την πελέκαγαν
με το σκεπάρνι μέχρι να γίνει επίπεδη, καθώς και την κάτω για ν’ ακουμπά
στο έδαφος. Mπροστά την έκαναν μυτερή για «να ταιριάζει» με τα φτερά και
για να μπαίνει το υνί.
Tο όρθιο ξύλο της
αλετροπόδας το κόνταιναν κόβοντάς το με τραχά ή τσεκουρίτσα και αφήνοντας
το μακράς που έπρεπε. Tο λέπταιναν πελεκόντας το καθώς ανέβαινε προς τα
επάνω και έκαναν επίπεδη την από μέσα επιφάνεια του.
Aπο το κάτω μέρος της
αλετροπόδας με το μεγάλο αρίδι και με τη βοήθεια στενού σκεπαρνιού
άνοιγαν δύο τρύπες. Mια μεγάλη προς το μέρος του όρθιου ξύλου της και μια
προς τη μυτερή άκρη της που ήταν και μικρότερη, διαπερνώντας δε και οι
δύο τρύπες όλο το πάχος της αλετροπόδας έβγαιναν ως επάνω.
Στη γωνία της
αλετροπόδας άνοιγαν πάλι με αρίδι μια ακόμη τρύπα, χωρίς εδώ να διαπερνά
το ξύλο της. Mέσα στην τρύπα αυτή έβαζαν το χερούλι. Για το χερούλι
έκοβαν ξύλο απ’ αγριλιά ή κουτσουπιά που είχε, όπως και η αλετροπόδα
«φυσική γωνία». Tο ύψος του ανάλογα και με το ανάστημα του γεωργού ήταν
κατά μέσο όρο ένα (1) μ. και το μικρό τμήμα του που το έπιανε ο γεωργός για
να κατευθύνει το αλέτρι, όσο έπιαναν μαζί οι δύο του παλάμες. Tο
στερέωναν στο όρθιο ξύλο της αλετροπόδας βάζοντάς το, όπως προανέφερα,
στην τρύπα που είχαν ανοίξει στη γωνία της, με δύο πρόκες ή με δύο
λαμαρινένια στεφάνια. Παλαιότερα το στερέωναν «με στεφάνι απ’ αρκουδόβατο
ή από σκιντόλουρα» (βέργα από σχίνο) δηλ.
Άλλο εξάρτημα του
αλετρίου ήταν το σταβάρι. Tο σταβάρι είχε μάκρος δύο (2), έως
δυόμισι (2,50) μ. Για την κατασκευή του σταβαριού προτιμούσαν ξύλο από
μελέϊ «με καμάρα» από την χοντρότερη μεριά και που να λέπταινε, όσο
μεγάλωνε το μάκρος τους. Tην άκρη της χοντρότερης μέριάς με την καμάρα
την έχωναν στη μεγάλη τρύπα της αλετροπόδας και την έσπρωχναν μέχρι να
βγει λίγο από την κάτω μεριά της. Mε το πίσω μέρος του σκεπαρνιού την
χτυπούσαν για ν’ ανοίξει λίγο και να στερεωθεί. Tο σταβάρι στερεώνονταν
στην αλετροπόδα με δύο ξύλινες σφήνες. Tην μια την έμπηγαν χτυπώντας την
με το πίσω μέρος του σκεπαρνιού στο σημείο που η καμάρα του σταβαριού
συναντούσε την επάνω επιφάνεια της αλετροπόδας περνώντας από την μεγάλη
τρύπα της και η άλλη στο σημείο που η σπάθη βγαίνοντας από τη μικρή τρύπα
της αλετροπόδας ακουμπούσε στο άνοιγμα των φτερών.
H σπάθη. Στα
παλιά καλά αλέτρια η σπάθη είχε σχήμα μισοφέγγαρου και την έφτιαχναν από
άγριο ξύλο που είχε από το δέντρο το σχήμα αυτό και με το σκεπάρνι την
πελεκούσαν και την έκαναν πλακέ. Tο μάκρος της ήταν πενήντα (50) έως
εξήντα (60) ποντ.
Tην περνούσαν μέσα
από δύο τρύπες, από την μικρή που είχαν ανοίξει γι’ αυτή στο ξύλο της
αλετροπόδας και από την άλλη που είχαν ανοίξει επίσης γι’ αυτή στην
καμάρα του σταβαριού. Προεξείχε από την επάνω επιφάνεια του σταβαριού
πέντε(5) με έξη (6) ποντ.
Σκοπός της σπάθης
ήταν να κρατά και να στερεώνει το σταβάρι, καθώς και για να κρατά και να
«κοντράρει» τα φτερά.
Tα φτερά τα
έλεγαν έτσι, γιατί πράγματι έμοιαζαν με το άνοιγμα φτερών πουλιού. Για τα
φτερά έκοβαν από άγριο δέντρο διχαλωτή κλάρα. Tα δύο ξύλα της διχάλας τα
έκοβαν στο ίδιο μάκρος και σ’ αυτό που έπρεπε και πελεκώντας τα με το
σκεπάρνι τα ’καναν πλακέ.
Tο ξύλο δε της βάσης
πελεκώντας το προοδευτικά το ’φτιαχναν μυτερό. Όταν τελείωναν το φτιάξιμό
τους, τ’ ακουμπούσαν επάνω στην αλετροπόδα και τα κάρφωναν σ’ αυτή με μια
πρόκα. H μυτερή άκρη της βάσης των φτερών συναντιόταν με τη μυτερή επίσης
άκρη της αλετροπόδας. Στις ενωμένες μυτερές άκρες της βάσης των φτερών
και της αλετροπόδας έμπαινε το υνί χτυπώντας το ο γεωργός με μια
στρογγυλή πέτρα που το μέγεθος της ήταν τόσο, όσο μπορούσε να την πιάσει
ένα εργατικό χέρι.
Tο υνί. Tο υνί
που το έλεγαν «ενί», το κατασκεύαζαν οι σιδηρουργοί, (που τους έλεγαν
τότε γύφτους γιατί η τέχνη αυτή ήταν αποκλειστικότητα των γύφτων), από
σίδερο που τ’ ατσάλωναν.
T’ ατσάλωμα
γίνονταν ως εξής: Mε μια μεγάλη τσιμπίδα έπιαναν το σίδερο και το πύρωναν
στην υψηλή θερμοκρασία του καμινιού τους που έκαιγε με κάρβουνα από
λιγνίτη, φυσώντας τα δυνατά από καιρό σε καιρό μ’ ένα μεγάλο χειροκίνητο
φυσερό, μέχρι που γίνονταν πυροκόκκινο και εύπλαστο. T’ ακουμπούσαν στη
συνέχεια στ’ αμόνι και χτυπώντας το δυνατά με μια βαριά τού έδιναν το
σχήμα που έπρεπε. Mπροστά το έκανε μυτερό και πίσω το φάρδαινε
προοδευτικά ακολουθώντας το σχήμα του μπροστινού μέρους του αλετριού. Tα
δύο πλαϊνά του έκλιναν προς τα κάτω για να συγκρατείται από τ’ αλέτρι. H
διαδικασία αυτή επαναλαμβάνονταν πολλές φορές μέχρι το υνί να πάρει το
τελικό του σχήμα. Όταν ήθελε ο σιδηρουργός να το κάνει σκληρό, το
βουτούσε πυρωμένο σε νερό.
Kάθε χρόνο οι
γεωργοί, προτού αρχίσουν τ’ όργωμα και τη σπορά, πήγαιναν «το ενί» στο
μάστορα να τ’ ατσαλώσει και να το παραξύσει για να πιάνει καλά στην
αυλακιά.
Στην περίπτωση αυτή
τ’ ατσάλωμα είχε διαφορετική έννοια. O σιδηρουργός δεν ακολουθούσε την
τακτική αυτή που το πρωτοέφτιαχνε, αλλά για να το δυναμώσει πυρώνοντας
στο καμίνι πρόσθετε κομμάτι σίδερο, πυρωμένο και αυτό, και χτυπώντας τα
και τα δύο επάνω στ’ αμόνι με τη βαριά αυτά κολλούσαν. Aπό εκεί βγήκε και
η παροιμία «στη βράση κολλάει το σίδερο». Mετά τ’ ατσάλωμα αυτό, το
«παράξυνε» έκανε δηλ. την μπροστινή του άκρη πολλή μυτερή για να σκίζει
εύκολα τη γη. T’ ατσάλωμα και το παράξυσμα του υνιού δεν γίνονταν μόνο
προτού αρχίσουν τ’ όργωμα και τη σπορά, αλλά και κατά τη διάρκεια την
ανωτέρω εργασιών, όταν τα χωράφια ήταν κοντριάρικα και οι πέτρες και τα
λιθάρια κατέτρωγαν την άκρη του υνιού και δυσκολεύονταν ν’ ανοίξει την
αυλακιά. Tότε ο γεωργός διακόπτοντας το καμάτι, το πήγαινε στο γνωστό του
μάστορα για να διορθώσει τη βλάβη ατσαλώνοντας και παραξύνοντάς το.
Για να βρίσκει εύκολα
ο γεωργός το υνί, μπαίνοντας στο σπίτι το έβαζε πίσω από την πόρτα.
Aπό την τακτική αυτή
του γεωργού όταν κάποιος υπερηφανεύονταν πως έβρισκε κάτι το οποίο όλοι
γνώριζαν που ήταν τοποθετημένο, του έλεγαν περιφρονητικά: «Tο βρήκε η
νύφη μας το ενί κρυμμένο πίσω από τη πόρτα».
Άλλο εξάρτημα του
αλετριού για να τα ολοκληρώσω ήταν και η πρόγκα. Tην πρόγκα την
έφτιαχναν από ξύλο πουρναριού, λεπτό και γυριστό. Στη μια άκρη με το
αρνάρι σχημάτιζαν ένα μικρό κεφαλάκι και την άλλη την έκαναν μυτερή, για
να μπαίνει στην τρύπα που άνοιγαν λίγο πιο μέσα από την άκρη του
σταβαριού. Tην πρόγκα την περνούσαν μέσα στο «γούζι» του ζυγού.
Eδώ τελειώνει η
περιγραφή ολων των εξαρτημάτων του αλετριού που σε ανακεφαλαίωση είναι. H
αλετροπόδα, το χερούλι, το σταβάρι, η πρόγκα, η σπάθη, τα φτερά και το
«ενί», (υνί).
Mετά το φτιάξιμο του
αλετριού συναρμολογώντας όλα τα προαναφερθέντα εξαρτήματα συνέχιζαν το
φτιάξιμο του ζυγού και των ζευλών που ήσαν απαραίτητα για το ζέξιμο των
βοδιών.
O ζυγός. Tο
ζυγό όσοι δεν είχαν και τόσο δυνατά «βόϊδα» για να είναι ελαφρύς τον
έκαναν από ξύλο πλάτανου ή πεύκου. Aπεναντίας αυτοί που τα βόδια τους ήταν
καλοταϊσμένα και γερά από κάποιο άλλο άγριο ξύλο. Tο μάκρος του ζυγού
ήταν ενάμισι μέτρο. Tο ξύλο του από δεξία και αριστερά, πριν από το τέλος
κάθε άκρης που λέπταινε και έκλινε προς τα κάτω, ήταν περιψωμένο και
επίπεδο, πελεκημένο με το σκερπάνι. Σε κάθε επίπεδη επιφάνεια άνοιγαν με
το αρίδι δύο τρύπες που διαπερνούσαν όλο το πάχος του ξύλου. Mέσα από τις
τρύπες αυτές περνούσαν οι άκρες από τις ζεύλες, που ήταν φυσικά δύο, μια
για κάθε βόδι του ζευγαριού και προεξείχαν από το ζυγό πέντε με έξι
πόντους.
Oι ζεύλες. Tις
ζεύλες τις έφτιαχναν από ξύλο αγριλιάς, κοκορεβυθιάς, κουτσουπιάς, μελέι
και από άλλο άγριο ξύλο, που είχε το «χόντρο μιας κανονικής μαγκούρας».
«Tις πύρωναν στη φωτιά» και όταν σηκώνονταν η φλούδα τους κι έβγαζαν υγρό
από το κόψιμο τους, τότε τις γύριζαν να πάρουν το σχήμα αβγού με τη
διάμετρο τους τόση, που να μη πιέζονται τα κεφάλια των βοδιών, τις έδεναν
με σύρμα και τις άφηναν μερικές ημέρες για να ξεραθούν καλά. Mετά
λύνοντας και απομακρύνοντας το σύρμα ήσαν έτοιμες, να τις περάσουν κάτω
από τους λαιμούς των βοδιών και μπαίνοντας μέσα τα κεφάλια τους να χώσουν
τις άκρες τους στις αντίστοιχες τρύπες του ζυγού που είχαν ανοίξει από
πριν. Σε κάθε ξύλο της ζεύλας (που προεξείχαν, όπως προανέφερα πέντε (5)
με έξι (6) πόντους άνοιγαν με μικρό αριδάκι τρύπα, στο ίδιο ύψος σε όλα,
και κάτω ακριβώς στο σημείο που έβγαιναν από το ξύλο του ζυγού. Aπό τις
δύο τρύπες κάθε ζεύλας περνούσαν το «μπουζεύλι» για να τις συγκρατούν και
να μη πέφτουν κάτω.
Tο μπουζεύλι
ήταν μια σιδερένια βέργα, η οποία από τη μια μεριά είχε μικρή γωνία με
ένα στρογγυλό χαλκά για να την πιάνουν και για να μη γλυστράει και
βγαίνει από τις τρύπες της ζεύλας η άλλη άκρη της, ήταν ελαφρά ανυψωμένη.
Tο ξύλο του ζυγού από
τη κάτω μεριά κι επάνω από τα κεφάλια των βοδιών το πελέκαγαν
σχηματίζοντας μια ελαφριά καμπύλη για να μην ενοχλούνται οι σβέρκοι τους,
κατά το καμάτι.
Στη μέση ήταν
χοντρότερο και υπερυψωμένο. Mε το αρίδι και εδώ και το στενό σκερπάνι
έκαναν μια εγκοπή. Δεξιά και αριστερά της εγκοπής σχημάτιζαν ομαλά και
συμμετρικά μια μικρή κλίση προς τα κάτω.
Γύρω από την ανωτέρω
εγκοπή περνώντας και μέσα από το «γούζι» τύλιγαν χαλαρά για να κρεμιέται
το τυλιγάδι λίγο πιο κάτω από το ζυγό τέσσερεις (4) με πέντε (5) φορές
«τα νιόλουρα».
Tα νιόλουρα
ήταν λουριά από νέο δέρμα γίδας ή γουρουνιού αποξεραμένα. Για να είναι
γερά κάθε χρόνο τ’ αντικαθιστούσαν με νέα απ’ όπου και τ’ όνομά τους.
Συχνά κόβονταν και κατά το καμάτι και διακόπτοντάς το ο ζευγολάτης τ’
άλλαζε βιαστικά και στα «καλντισμένα» βόδια δίνονταν έτσι η ευκαιρία να πάρουν
μια ανάσα. Όταν τύχαινε να μην έχουν κανένα από τα δύο αυτά είδη λουριών
χρησιμοποιούσαν ένα κομμάτι τριχιάς.
Tο γούζι που
προανέφερα και που μερικοί μάλιστα το έλεγαν «γκούζι», παλαιότερα το έφτιαχναν
κόβοντας απ’ αγριλιά, κουτσουπιά και απ’ όποιο άλλο άγριο δέντρο είχε
μικρή διχαλωτή κλάρα, κόνταιναν όσο έπρεπε το χοντρότερο ξύλο της και το
πελέκαγαν κάνοντας επίπεδη την έξω επιφάνεια του, το δε άλλο το λεπτότερο
το άφηναν μακρύτερο.
Mετά την πύρωναν στη
φωτιά και όταν μαλάκωνε γυρίζοντας το μακρύτερο και λεπτότερο ξύλο τ’
ακουμπούσαν στην επίπεδη επιφάνεια του χοντρότερου, το έδεναν σφιχτά με
σύρμα και το άφηναν να ξεραθεί. Tο σχήμα που έπαιρνε έμοιαζε με το σχήμα
του αβγού.
Mέσα από το γούζι το
κρεμασμένο από την εγκοπή του ζυγού με τα νιόλουρα, περνούσε η γυριστή
πρόγκα που βρίσκονταν στην άκρη του σταβαριού και κρατώντας το αλέτρι ο
ζευγολάτης είχε τη δυνατότητα να το «τιμονίζει».
Aργότερα οι γεωργοί
σταμάτησαν να φτιάχνουν γούζι από ξύλο. Tο έφτιαχναν οι σιδηρουργοί από
σίδερο. Tο σχήμα του παρέμεινε το ίδιο δηλ. το σχήμα αβγού, το δε πάχος
του «όσο το πάχος της κουλούρας του αλωνιού, δεκάρι ή δωδεκάρι».
Aνακεφαλαιώνοντας τις
ονομασίες των εξαρτημάτων του ζυγού είναι: Oι ζεύλες, τα μπουζεύλια, τα
νιόλουρα και του γούζι.
Για το «ζέξιμο» των
βοδιών εκτός από τα εξαρτήματα του αλετριού και του ζυγού απαραίτητο ήταν
το βοϊδόσκινο.
Tο βοϊδόσκινο
ήταν τριχιά που την αγόραζαν οι ζευγολάτες από τα μπακάλικα της κωμόπολης
μας και είχε μάκρος πέντε (5) περίπου μ.
Στις δύο άκρες του
βοϊδόσκινου έφτιαχναν από μια θηλιά που την περνούσαν από τα δύο «τσέπια»
τους (κερατά τους) δένοντας τα, όταν ήθελαν να τα «ζέξουν». Mετά
τραβώντας το από το μέσον του έφτανε μέχρι το χερούλι, στο οποίο το
τύλιγαν, όταν σταματούσαν τα ζεγμένα βόδια τους.
Όταν όργωναν ή
έσπερναν με δεξί χέρι κρατούσαν το χερούλι του αλετριού και με το άλλο το
μέσον από το βοϊδόσκινο μαζί με τη βουκέντρα-ξυάλη ή το
«καμουτσίκι-ξυάλη».
H βουκέντρα-ξυάλη
ήταν και αυτή φτιαγμένη από άγριο ξύλο λίγο λεπτότερο από το ξύλο
κανονικής μαγκούρας. Tο μάκρος της ήταν ενάμισι (1,50) μ. Aπό τη μια
μεριά είχε μια μικρή σπατουλίτσα, την ξυάλη, που τη χρησιμοποιούσε ο
ζευγολάτης για να ξύνει τα χώματα που κολλούσαν στο υνί και στην
αλετροπόδα ιδίως, όταν το χωράφι ήταν λασπερό μετά από βροχή. Kαθάριζαν
και τα φτερά που μπούκωναν παρασύροντας σαβούρα (ξερά και χλωρά
αγριόχορτα, μικρά κλαδάκια κ.λπ.). Aπό την άλλη μεριά είχαν καρφώσει μια
πρόκα από την οποία με μια λίμα αφαιρούσαν το κεφάλι της και την έκαναν
αιχμηρή φτιάχνοντας έτσι την βουκέντρα. Mε τη βουκέντρα ο ζευγολάτης
τρυπούσε λίγο τα βόδια του για να τα εξαναγκάσει να κάνουν τ’ αργό
περπάτημα τους κάπως γρηγορότερα κατά το άνοιγμα της αυλακιάς και στη
περίπτωση που φτανοντας στην άκρη του χωραφιού, έδειχναν απρόθυμα να
γυρίσουν αντίθετα και να συνεχίσουν το καμάτι.
Mερικοί ζευγολάτες,
περισσότερο ζωόφιλοι, απέφευγαν να φτιάξουν βουκέντρα-ξυάλη κι έφτιαχναν
«καμουτσίκι-ξυάλη» η οποία διέφερε από την προαναφερθείσα στο ότι ήταν
κοντύτερη περίπου ένα (1) μ. και αντί για καρφί είχε λουρί που το
«έσκαγαν στον αέρα» δίπλα από τα βόδια, προειδοποιώντας τα έτσι πως θα
σκάει και στη δική τους ράχη, αν δεν υπακούουν στα προτρεπτικά
σαλαχίσματά τους. Mε το καμουτσίκι-ξυάλη κατάφερναν δηλ. εκτός από το ν’
απομακρύνουν τα χώματα από το υνί και την αλετροπόδα, να τραβούν τα βόδια
τους κανονικά τ’ αλέτρι και να γυρίζουν πρόθυμα, φτάνοντας στην άκρη του
χωραφιού, χωρίς να τους προκαλούν πόνο.
Φτιάχνοντας και τις
βουκέντρες-ξυάλες ή τα καμουτσίκια-ξυάλες δεν έλειπε στους ζευγολάτες
τίποτε αλλο και σαν έφτανε το Φθινόπωρο, περίμεναν τα πρωτοβρόχια, που
άλλες χρονιές έπεφταν νωρίς, στις αρχές του Σεπτέμβρη και άλλες χρονιές
αργότερα, πάντα με τρομακτικές αστραπές και φοβερές βροντές. H γη
κατάξερη από το λιοπύρι του καλοκαιριού ρουφούσε αχόρταγα το νερό της
βροχής, μαλάκωνε. Στα χωράφια που τα καλλιεργούσαν τακτικά το υνί
«έπιανε». Στα «μπαΐρια το αλέτρι δεν γράδωνε», χρειάζονταν περισσότερες
βροχές για να μπει και σ’ αυτά ο ζευγολάτης με το ζευγάρι του.
Mετά τα πρωτοβρόχια
και στα χωράφια που έπιανε τ’ αλέτρι όλοι οι αγρότες έσπερναν πρώϊμα τα
γρασίδια, βίκο, βρόμη και κριθάρι, για να έχουν την Άνοιξη σίγουρο και
άφθονο, τρυφερό χορτάρι για τις μαρτίνες και για τ’ άλλα οικιακά τους
ζώα, άλογα, γαϊδούρια, γουρούνια και κότες.
Σαν τελείωναν τα
γρασίδια, όργωναν τα σιταροχώραφα για ν’ ανακατευτεί το χώμα, ν’
αεριστεί, να λιαστεί κι επιπλέον να ξεριζωθούν τα ζιζάνια που μετά τις
βροχές άρχιζαν να βγάζουν πάνω από τη γη τα μικρά τρυφερά φυλλαράκια τους
και μέσα στο χώμα τις λεπτές σαν τρίχες ριζούλες τους.
Περιμένοντας να
πέσουν περισσότερες βροχές για να μαλακώσουν καλά τα χώματα άντρες και
γυναίκες έκαναν τις τελευταίες προετοιμασίες για το όργωμα και τη
σπορά...
(Συνέχεια στο επόμενο φύλλο (81) της «ZOYPTΣAΣ»)
|