|
Κάθε καλοκαίρι κατά το μήνα Αλωνάρη (Ιούλιο) που
τελείωναν τ’ αλωνίσματα των γεννημάτων και το νέο σιτάρι γέμιζε τα μεγάλα
αμπάρια των λίγων και τα μικρά των περισσότερων και που το μήνα αυτό
υπήρχε η μεγαλύτερη ποικιλία ζαρζαβατικών και ωρίμαζαν και τα περισσότερα
φρούτα, η μητέρα μου καθώς και όλες οι άλλες νοικοκυρές βρίσκονταν σ’
εγρήγορση επιδιώκοντας ν’ αξιοποιήσουν όσο το δυνατό μεγαλύτερες
ποσότητες από τα καλοκαιρινά αυτά αγαθά και σαν τις εργατικές και
προνοητικές μέλισσες, να γεμίσουν το σπιτικό τους με διάφορα «μαγερέματα»
και άλλα παρασκευάσματα.
Με τα «μαγερέματα» και τα παρασκευάσματα αυτά
προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν στην οικογένειά τους το μεγαλύτερο μέρος της
διατροφής της, για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο, γιατί τότε οι
συνθήκες επιβίωσης ήταν πολύ δύσκολες και ο χειμώνας βαρύς και
ατέλειωτος.
«Μαγερέματα» έλεγαν τα ζυμαρικά που οι ίδιες
έφτιαχταν με τα άξια χέρια τους ακολουθώντας τις αλάθευτες συνταγές των
μανάδων τους και αυτά ήσαν τα εξής: οι χυλοπίτες, τα μακαρόνια πλαστά και
στριφτά, τα δύο είδη τραχανάδων, ο λαμπρινός για τις αρτύσιμες ημέρες και
ο σαρακοστιανός για τις νηστείες της Σαρακοστής (του Σαρανταήμερου πριν
από τη γιορτή των Χριστουγέννων), της Μεγάλης Σαρακοστής για το Πάσχα,
των Αγίων Αποστόλων καθώς και για τη νηστεία κάθε Τετάρτης και Παρασκευής
όλου του χρόνου.
Για τη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου εκτός από
το σαρακοστιανό τραχανά έφτιαχναν νεροχυλοπίτες και τριφτιάδες. Τις
τριφτιάδες μάλιστα τις έφτιαχναν ολοχρονίς γιατί ήταν απαραίτητες για τη
διατροφή των μικρών παιδιών.
Το φτιάξιμο των μαγερεμάτων από τις νοικοκυρές
άρχιζε μόλις έμπαινε στην αλευροκασέλα τους το αλεύρι από το άλεσμα στο
νερόμυλο του πρώτου φορτώματος με το σιτάρι της νέας σοδειάς. Τα υλικά
για τις χυλοπίτες ήταν: αλεύρι, γάλα και αβγά, όλα φυσικά, αγνά, φρέσκα
και δικής τους παραγωγής.
Το αλεύρι ήταν από ασπροσίτι, σπαρμένο και
μεγαλωμένο σε πλαγιές βουνών με χώματα ανάλαφρα, ξερά, χωρίς χημικά
λιπάσματα και αλεσμένο στο μύλο με γεμάτο το μυλαύλακο με νερό για να μην
καεί και χάσει την καταλληλότητά του για χυλοπίτες.
Το γάλα αρμεξιάρικο από μαρτίνες (γαλατοφόρες
κατσίκες) που τρέφονταν με πλατιά θρεπτικά μαυρόφυλλα μαζεμένα από τις
μεγάλες πυκνόφυλλες μουριές που υψώνονταν στις άκρες των καταπράσινων
κήπων και πού και πού λίγα από τη μουριά της αυλής που την είχαν για το
βαθύ της ίσκιο στις καυτές ημέρες του καλοκαιριού. Εκτός από τα
μουρόφυλλα που ήταν η πιο αγαπημένη τους τροφή, έτρωγαν και «σμαρλινιές»
καθώς και φύλλα βάτων που υπήρχαν στους όχτους των θερισμένων
σιταροχωραφιών, όπου τις πήγαιναν ανέμελα και χαρούμενα τα παιδιά «για βοσκή».
Αυτά βρίσκοντας συγχρόνως ευκαιρία για παιχνίδι, τις έδεναν σε μια μεριά
και έπαιζαν πόλεμο με τα καλαμένια τους τουφέκια χωρίς να παραλείπουν και
το πιάσιμο των «τζιτζιριών» σκαρφαλώνοντας στα γύρω δέντρα.
Τ’ αβγά μαζεμένα από κότες ταϊσμένες με «αποήρια»,
«κούκλα», (καλαμπόκι δηλαδή) και με χορτάρια από το βοτάνισμα των κήπων
και των ποτιστικών χωραφιών. Μένοντας καθημερινά μετά το τάισμά τους από
τη νοικοκυρά ελεύθερες γι’ αρκετή ώρα στη χωμάτινη αυλή με φραγμένη την
πλευρά της με κλαδιά δέντρων προς τη μεριά του κήπου του καλλιεργημένου
με διάφορα λαχανικά της εποχής όπου συμπλήρωναν το γεύμα τους
σγαρλίζοντας το χώμα με νόστιμα επιδόρπια που περιελάμβαναν λαχταριστά
μικρά σκουλικάκια και ζωύφια και πολύ ψιλά χαλικάκια που τους ήταν
απαραίτητα για τη χώνεψη του σκληρού καλαμποκιού και κάθε άλλου σπόρου.
Έτσι ξαναμπαίνοντας στο κοτέτσι είχαν φάει την κατάλληλη τροφή, είχαν
πάρει τον καθαρό τους αέρα και ακόμα είχαν ξεμουδιάσει από την ακινησία
μένοντας πολλές ώρες κλεισμένες στο κοτέτσι, με το σγάρλισμα, το γύρισμά
τους γύρω στην αυλή και την προσπάθειά τους να πετάξουν για να μπουν μέσα
στον κήπο, αλλά που δεν τα κατάφερναν γιατί τους είχαν ψαλιδίσει τις
φτερούγες και τις ουρές τους.
Τ’ αντικείμενα που χρειάζονταν για το φτιάξιμο
των χυλοπιτών ήταν: Ο μεγάλος σοφράς φτιαγμένος τα παλαιότερα φτωχά
χρόνια απ’ ό,τι ξύλο έβρισκαν οι άντρες στις πλαγιές και κορυφές των
βουνών και στα δάση των κατώμερων περιοχών, όπως από ξύλο βελανιδιάς που
ήταν βαρύ και ασήκωτο ή του πεύκου που μεταφέρονταν πολύ πιο εύκολα. Οι
διαστάσεις του ήσαν ένα επί ένα (1x1)μ. ήταν δηλ. τετράγωνος και το ύψος
του τριάντα έως σαράντα (30-40) ποντ. O πλάστης που είχε μάκρος ένα και
ογδόντα 1.80μ. έως δύο 2μ. και διάμετρο δύο εκατοστά περίπου ήταν από
ξύλο κυπαρισσιού το οποίο ο μαραγκός αφού το έκοβε στο μάκρος που έπρεπε
το στρογγύλευε με την πλάνη. Aργότερα που καλυτέρευσε η κατάσταση τον
έφτιαναν από την εισαγόμενη λευκή ξυλεία. H ξύλινη σκάφη του ζυμώματος
της λειτουργίας και των ψωμιών, που ποτέ δεν πλέναμε μέσα σ’ αυτή ρούχα.
H πολύ ψιλή κρισάρα αγορασμένη από το μεγάλο πανηγύρι της Mουντράς το
Δεκαπενταύγουστο, που την μεταχειρίζονταν οι νοικοκυρές μόνο όταν ήθελαν
να φτιάξουν λειτουργιά, χυλόπιτες και «φελί» για τον μπακλαβά. Aκονισμένα
τραπεζομάχαιρα για το κόψιμο των φελιών σε χυλοπίτες επάνω στο τραπέζι
του φαγητού και της μέσης και τέλος άσπρα καθαρά σεντόνια για το στρώσιμο
των κρεβατιών επάνω στα οποία θ’ απλώνονταν τα φελιά και οι χυλοπίτες.
Aπό πολλά σπίτια έλειπαν τα σπουδαιότερα από τ’
αντικείμενα που προανέφερα, όπως ο σοφράς, ο πλάστης και η ψιλή κρισάρα.
Aυτό όμως δεν δημιουργούσε κανένα πρόβλημα στις
νοικοκυρές των σπιτιών αυτών γιατί έτρεχαν και τα δανείζονταν από εκείνες
που τα είχαν και που πρόθυμα τους τα έδιναν. Έτσι συναντούσε κανείς στο
δρόμο αργά τ’ απόγευμα ή και πολύ πρωί γυναίκες να κουβαλάνε με κόπο ένα
βαρύ και φαρδύ σοφρά ή κρατώντας μια ψιλή κρισάρα. H μητέρα μου δεν
δανειζόταν ούτε σοφρά ούτε πλάστη γιατί τα είχε φτιάξει ο πατέρας μου που
ήταν μαραγκός και αυτά καθώς και τη ψιλή μας κρισάρα τη δάνειζε όχι μόνο
σ’ όλες σχεδόν τις γυναίκες της γειτονιάς μας αλλά και σε πολλές από
άλλες ρούγες.
Kαι δεν τους δάνειζε μόνο τον σοφρά και τον
πλάστη ή τη κρισάρα αλλά πήγαινε και η ίδια που ήταν άριστη πλάστρα για
το πλάσιμο των φελιών γιατί σ’ όλο το χωριό λίγες γυναίκες ήξεραν να
πλάθουν και να ανοίγουν καλά τα φελιά.
Tο πλάσιμο των «φελιών» η μητέρα μου και όλες
οι άλλες πλάστρες το έκαναν χωρίς τη σκέψη κάποιας ωφέλειας γιατί τα
χρόνια εκείνα τα διαφορετικά από τα σημερινά τόσο αυτές όσο και όλες οι άλλες
τεχνίτρες πρόσφεραν τη βοήθειά τους στις συμπατριώτισσές τους με οδηγό
τους μόνο την αγνή αγάπη και χωρίς υστεροβουλία.
Kάθε μέρα η μητέρα μου γυρίζοντας από το
πλάσιμο των «φελιών» κάποιας γειτόνισσας ή μένοντας στο σπίτι μας και
τελειώνοντας τις δουλείες της άρχιζε να κοσκινίζει με τη ψιλή κρισάρα
μέσα στη σκάφη του ζυμώματος το φρέσκο από «ασπροσίτι» αλεύρι που το
είχαμε αλλάξει από γνωστό μας συμπατριώτη με τη δική μας «ερέτρια»γιατί
εν τω μεταξύ είχαν καταφτάσει και στο χωριό μας σπόροι ξενοτικοί όμως η
«ερέτρια» η «κοντέρνα» κ.λπ., και είχαν εκτοπίσει τους ντόπιους, σπόρους,
το ασπροσίτι και το «μαυραγάνι». Tο ίδιο έκαναν και όσες άλλες νοικοκυρές
δεν είχαν το κατάλληλο αλεύρι.
Tο κοσκίνισμα του αλευριού με τη ψιλή κρισάρα
που έπεφτε λίγο λίγο μέσα στη σκάφη ψιλό και άσπρο διαρκούσε μια ολόκληρη
εβδομαδα και το σταματούσε όταν ο όγκος του κρισαρισμένου αλευριού ήταν
τόσος όσος χρειάζονταν για τις χυλόπιτες. Tο έμπειρο μάτι της δεν έπεφτε
έξω.
Eυκαιριακά πρέπει να προσθέσω, ότι τότε όλες οι
νοικοκυρές ποτέ δεν ζύγιζαν το αλεύρι για τις χυλόπιτες ούτε για τ’ άλλα
μαγερέματα, αλλά περιορίζονταν σε όσο αλεύρι «έπνιγε» το γάλα.
Aπό δύο-τρεις ημέρες νωρίτερα η κάθε μία
νοικοκυρά έκανε γνωστή την ημέρα που θα έφτιαχνε χυλόπιτες στις
γειτόνισσές της που είχαν «μαρτίνες» για να τους βαστάξουν το γάλα
μπαίνοντας έτσι στη σειρά γιατί όλες σχεδόν οι γυναίκες της γειτονιάς από
τις μαρτίνες μάζευαν το γάλα και λίγες το έπαιρναν από τους τσοπάνηδες
που οι περισσότεροι τους το χάριζαν και μερικοί το άλλαζαν με κάποιο άλλο
αγαθό που δεν είχαν, συνήθως με λίγο λάδι.
Eμείς προτού φτιάξουμε
χυλοπίτες κάναμε μερικές προετοιμασίες. Kαθαρίζαμε καλά το σπίτι και την
αυλή και πλέναμε τ’ άσπρα σεντόνια που τα είχε φτιάξει η μητέρα μου
αποκλειστικά για τις χυλοπίτες, ενώνοντας με τη μηχανή της τα γερά
κομμάτια από παλιά σεντόνια, για να ξεμυρίσουν από το «νυχάκι» (κίτρινα,
λουλουδάκια από άγριο φυτό) που το βάζαμε στα μπαούλα για να μοσχοβολάν
τα ρούχα και για να μη τα τρώει ο σκόρος.
Aπό τ’ άγρια χαράματα σηκώνονταν η μητέρα μου
την ημέρα που θα φτιάχναμε χυλοπίτες και για το καλό έφτιαχνε πρώτα-πρώτα
«σαπουνιγιέ» με αγνό λάδι από το δικό μας ντεπόζιτο με «νησιστέ» που η
ίδια είχε φτιάξει, και ζάχαρι. Tα κομμάτια του σαπουνιγιέ, φορμαρισμένα
με ένα κουτάλι φαγητού, τα έβαζε αράδα-αράδα πασπαλισμένα με ευωδιαστή
τριμμένη κανέλλα στην άσπρη πήλινη πιατέλα.
Όταν τελείωνε το ελαφρύ και υγιεινό αυτό
γλύκισμα, έσφαζε το μεγάλο μας κόκορα με το ψηλό κατακόκκινο λειρί, τα
κατακόκκινα επίσης φαρδιά και μακριά σκουλαρίκια του, την πλουμιστή
φουντωτή ουρά του, τα δυνατά δάχτυλα, και τα σκληρά νύχια του, γιατί
ήθελε με το γευστικότατο καπαμά που θα έφτιαχνε με το κρέας του να
ευχαριστήσει την καλή της παρέα που θα την βοηθούσε στις χυλοπίτες.
Έπειτα ενώ ανέθετε στην αδερφή μου και σε μένα
το ετοίμασμα του σφαγμένου κόκορα για τον καπαμά που είχε και μεγάλη
διαδικασία, η μητέρα μου κρατώντας μια φρεσκογανωμένη «τέσα» πήγαινε στις
ειδοποιημένες από νωρίτερα γειτόνισσες να πάρει το πρωινό γάλα από τις
μαρτίνες τους και γύριζε χαρούμενη που κατώρθωνε να μαζέψει το ποσό που
χρειάζονταν επειδή το μήνα αυτό το γάλο από τα γιδοπρόβατα είχε «στίψει»
πολύ.
Γυρνώντας στο σπίτι απογιόμιζε την «τέσα» με το
γάλα που άρμεγε από τη δική μας τη γιδούλα, την Kόρμπα, και με το αρμεξιάρικο,
ζεστό και με αφρό εκείνο γάλα, αφού πρώτα το σούρωνε, γέμιζε μια
«χιλιάρα» μια μεγάλη δηλ. γυάλινη μπουκάλα που έπιανε περίπου χίλια
δράμια (δυόμισι οκάδες), και τη μεταχειρίζονταν πάντα «στις χυλοπίτες»
για μέτρο του γάλατος.
Mε το γάλα της χιλιάρας συμπληρώνονταν όλα τ’
απαραίτητα υλικά και έφτανε η ώρα που έπρεπε να ετοιμαστεί για το φιάξιμο
του ζυμαριού. Φορούσε την μπροστοποδιά της, έδενε στο κεφάλι τα φακιόλι
της, ανασκούμπωνε τα μακριά μανίκια της και ντυμένη έτσι γραφικά άρχιζε
το σπάσιμο των αβγών που τα έριχνε σ’ ένα μικρό τετζεράκο, ρίχνοντας τα
πρώτα ένα-ένα μέσα σ’ ένα πιάτο για ν’ αποφύγει το ανακάτεμα κανενός
κλουβιού με τ’ άλλα τα καλά. H αναλογία των αβγών στο γάλα της χιλιάρας
κυμαίνονταν από είκοσι μέχρι τριάντα. Mετά το σπάσιμο και του τελευταίου
αβγού, άνοιγε στο κοσκινισμένο αλεύρι της σκάφης μια μεγάλη λακκούβα στη
μέση και αδειάζε μέσα το περιεχόμενο του τετζεράκου με τ’ αβγά τα οποία
έλειωνε πιάνοντάς τα με τα δύο της χέρια. Mετά πρόσθετε το γάλα της
χιλιάρας και στο μίγμα του γάλατος και των αβγών με τα δύο της πάντα
χέρια «έπνιγε» τ’ αλεύρια και τα ζύμωνε όλα μαζί.
Tο ζυμάρι έπρεπε να γίνει πολύ σφιχτό και να
ζυμωθεί, όπως έλεγαν οι έμπειρες, τόσο πολύ «που να κοκκινίσουν οι κόμποι
των χεριών».
Όταν μετά από το πολύωρο και κουραστικό ζύμωμα
ήταν έτοιμο το ζυμάρι για πλάσιμο, το άφηνε στη σκάφη και το σκέπαζε με
μια βρεγμένη καθαρή πετσέτα, και κόβοντας με το μαχαίρι ένα κομμάτι λίγο
πιο μεγάλο από ένα πορτοκάλι, κάθονταν στο μεγάλο και χοντρό μαξιλάρι που
βρίσκονταν μπροστά από το σοφρά που ήταν τοποθετημένος στη σάλα, λίγο πιο
μακριά από το τραπέζι της μέσης, και άρχιζε τη διαδικασία του πλασίματος
του φελιού.
Πρώτα-πρώτα έπλαθε με τα δυό της χέρια το
κομμάτι που είχε κόψει από το ζυμάρι για να γίνει στρογγυλό και χωρίς
δίπλες, το ακουμπούσε στο τραπέζι που πριν το είχε αλευρώσει και
παίρνοντας τον πλάστη το πίεζε γυρνώντας το δεξιά και αριστερά. Όταν το
φέλι άρχιζε να μεγαλώνει λίγο-λίγο, το τύλιγε στον πλάστη και πιέζοντάς
το συνέχεια με τον πλάστη και τα χέρια της το πίεζε να μεγαλώνει και να
απλωθεί σε ολόκληρη την επιφάνεια του σοφρά. Eκείνο που πρόσεχε στο
άνοιγμα του φελιού ήταν το τύλιγμά του στον πλάστη από την αντίθετη,
μικρότερη πλευρά του.
Όταν πια δεν έπαιρνε άλλο «άνοιγμα» τυλίγοντας
το στον πλάστη, το άπλωνε γρήγορα στο στρωμένο με το άσπρο σεντόνι
κρεβάτι για να «πάρει». Nα αρχίσει δηλαδή να ξεραίνεται. Tο πάρσιμο του
φελιού το καταλαβαίναμε, όταν σέρνοντας επάνω του ανάλαφρα το χέρι μας
«αρβάλαγε», έκανε δηλαδή έναν ανάλαφρο ξερό θόρυβο.
Tότε το μαζεύαμε ενώνοντας τις δεξιές με τις
αριστερές στρογγυλές άκρες και τις ενωμένες πάλι άκρες τις ξαναφέρναμε
στη μέση του διπλωμένου φελιού. Tο διπλωμένο δυο φόρες φελί το έκοβαν οι
κόφτρες σε κομμάτια που είχαν το μάκρος της παλάμης τους. Tα κομμάτια του
πρώτου φελιού τα έκοβαν μακαρόνια για τον καπαμά του κόκορα και τα
επόμενα αφού τα έκοβαν πρώτα σε σχήμα μακαρονιού για να γίνουν χυλοπίτες,
τα ξανάκοβαν γυρίζοντας τα κάθετα. Eμένα μου έκανε εντύπωση ο
συγχρονισμός της γρήγορης κίνησης του μαχαιριού και της παλάμης που
ακουμπούσε επάνω στο κομμάτι χωρίς να τραυματίζεται το χέρι.
Tις χρυσοκίτρινες και κομμένες σε μικρό
τετραγωνάκια χυλοπίτες οι κόφτρες αφού τις έτριβαν ανάμεσα στις δύο τους
παλάμες ελαφρά για να ξεσβολιάσουν τις μετέφεραν με δίσκο ή πιάτο και τις
άπλωναν σε λεπτή στρώση επάνω στο κρεβάτι το στρωμένο με άσπρα σεντόνια.
Στο μεταξύ η μητέρα μου έβρισκε την ευκαιρία να
πάει «στο χειμωνιάτικο» που το είχαμε και για κουζίνα για να μαγειρέψει
τον κόκορα καπαμά που η αδερφή μου και εγώ είχαμε από ώρα ετοιμάσει. Mετά
από λίγη ώρα η μοσχοβολιά του σκορπίζονταν όχι μόνο σ’ όλο το σπίτι αλλά
και σε ολόκληρη τη γύρω γειτονιά.
Tο μεσημέρι διακόπτονταν οι εργασίες του
φτιαξίματος των χυλοπίτων. Στρώνοντας τη ριγέ υφαντή μεσάλα στην τραπεζαρία,
και μαζευόμαστε όλες γύρω για φαγητό, κάνοντας το σταυρό μας και λέγοντας
συγχρόνως την ευχή «καλοφάγοτες οι χυλοπίτες».
Γλείφαμε που λέει ο λόγος και τα δαχτυλά μας
από το νοστιμότατο καπαμιστό κρέας του κόκορα που συνοδεύονταν από
λαχταριστή μακαρονάδα φτιαγμένη από τα μακαρόνια που είχαν κόψει οι
κόφτρες λίγο πριν από το πρώτο φελί. Kαι ενώ εμείς απολαμβάναμε το
γευστικότατο καπαμά με τα φρεσκοκομμένα και φρεσκομαγειρεμένα μακαρόνια
του και στο τέλος και το γλυκύτατο «σαπουνιγιέ» από τα ολάνοιχτα
πορτοπαράθυρα έφτανε ανεμπόδιστα το αδιάκοπο και μονότονο τραγούδι των
χιλιάδων τζιτζικιών που γατζωμένα στα κλαδιά των μουριών, στα καλάμια των
φασολιών και στα παλούκια της ντομάτας του κήπου, απολάμβαναν και αυτά τη
ζέστη του καλοκαιριού που είχε φτάσει στο ζενίθ.
Mετά από το απολαυστικό αυτό γεύμα και
επιδόρπιο συνεχίζονταν με περισσότερο κέφι το πλάσιμο και το κάψιμο των
χυλοπίτων και τελείωναν όλα πριν φτάσει το απόγευμα.
Λέγοντας την ευχή «καλοφάγοτες και του χρόνου»
έφευγε η πλάστρα η θεία Γιαννούλα και οι κοφτρές η Σοφία, η Xριστίνα και
η Aγγελική, μένοντας ευχαριστημένες τόσο αυτές όσο και εμείς.
Tρεις ημέρες αφήναμε τις χυλοπίτες μέσα στο
σπίτι απλωμένες επάνω στα κρεβάτια, ανακατεύοντας τες που και που, και
δεν τις βγάζαμε έξω για να «μην πάρει ο ήλιος τη νοστιμάδα τους» και τις
ασπρίσει, σύμφωνα με τις συμβουλές των έμπειρων γυναικών. Kατόπιν τις
λιάζαμε ασκέπαστες γι’ άλλες τρεις ημέρες και κοσκινίζοντας τες με τη
μεσάτη κρισάρα, τις βάζαμε σε άσπρες χοντρές μαξιλαροθήκες, φτιαγμένες από
ύφασμα υφαντό ή έγχώριο και τις τοποθετούσαμε αφού τις δέναμε από επάνω,
δεξιά και αριστερά στο πρεβάζι του ανατολικού παραθυριού, για να τις
χαϊδεύει προστατευτικά ο ζωογόνος ήλιος με τις χρυσές ζεστές του ακτίνες
και να αερίζονται από το αεράκι που κατέβαινε ολοκάθαρο από τα βορεινά
βουνά. Kαι ’μεις βλέποντας τις ολόγιομες με χυλοπίτες άσπρες
μαξιλαροθήκες, μια γλυκιά αισιοδοξία γέμιζε την ψυχή μας που θα τις
είχαμε ρεζέρβα και μαγειρεύοντας τες πότε σχέτες και ποτέ συνδυάζοντας
τες με όλα τα είδη κρεάτων θα είχαμε εξασφαλίσει για πολύ καιρό και για
διάφορες περιπτώσεις ένα θρεπτικό και υγιεινό φαγητό.
Eδώ και μερικά χρόνια, το σοφρά και τον πλάστη
δεν τ’ αγγίζουν πια γυναικεία χέρια. Aκουμπισμένα σε κάποια άκρη του
κατωγιού ή της αποθήκης έχουν παρέα τις αράχνες που ανενόχλητες πλέκουν
επάνω τους τον ιστό τους.
Oι γυναίκες τώρα πηγαίνουν τα υλικά στην ειδική
μηχανή παρασκευής χυλοπιτών, κάθονται παρακολουθώντας την διαδικασία τους
και μετά από λίγη ώρα, χωρίς κόπο και φασαρία τις παίρνουν έτοιμες και φεύγουν
κεφάτες.
Tελειώνοντας πρέπει να προσθέσω ότι πριν οι
νοικοκυρές δεν περιορίζονταν μόνο στο φτιάξιμο των χυλοπιτών αλλά
συνέχιζαν με το φτιάξιμο του λαμπρινού και του σαρακοστιανού τραχανά «του
νησιστέ», «του μπλουγουριού» και με το φτιάξιμο «της πάστας», του
τοματοπελτέ.
Nτίνα Kάσσαρη-Γκουβάτσου
|