|
ΣTA
περασμένα εκείνα, δύσκολα και σκληρά χρόνια, του καταστροφικού πολέμου,
της μαύρης κατοχής, του εμφύλιου σπαραγμού και για μερικές ακόμα
δεκαετίες μέχρι η ανθρωπότητα να πάρει ανάσα και να ορθοποδήσει, οι
συμπατριώτες μου ζούσαν με ό,τι τους έδινε η μάνα γη, την οποία
καλλιεργούσαν με παραδοσιακά μέσα και την πότιζαν με τον τίμιο ιδρώτα
τους.
Και όταν τ’ άσχημα
καιρικά φαινόμενα κατάστρεφαν τις σοδειές τους και οι αρρώστιες
χτυπούσαν ανελέητα τα ζώα τους, βοηθό τους είχαν μονάχα «το Θεό και το
γείτονα».
Έτσι ο καθ’ ένας
με την ενδόμυχα στην ψυχή του βαθιά και ακλόνητη πίστη πως ο Πολυέλαιος
και Πολυεύσπλαχνος Θεός θα τον ευσπλαχνίζονταν και δεν θα τον άφηνε στο
έλεος της μοίρας του και έχοντας συνάμα τη βεβαιότητα πως σε κάθε
δυσκολία της ζωής του θα είχε τη βοήθεια του γείτονά του, που αυτόν
πρωτοαντίκρυζε και τον καλημέριζε σαν άνοιγε το λυκαυγές το παράθυρό
του, συνέχιζε τον σκληρό του αγώνα για την επιβίωσή του, και ιδιαίτερα
της οικογένειάς του.
Η αλήθεια είναι
πως και αυτός που έμενε και στη πιο μακρινή γειτονιά και ρούγα σαν
μάθαινε πως ο τάδε συμπατριώτης του βρίσκονταν σε δύσκολη θέση έτρεχε να
βρεθεί κοντά του, για να τον βοηθήσει και να τον στηρίξει.
Αυτό γίνονταν,
γιατί όλοι οι συμπατριώτυες μου ήσαν ενωμένοι σαν μια οικογένεια. Τους
ένωνε η αγνή και ανιδιοτελής αγάπη που είχε ο ένας για τον άλλο, η
ανεπανάληπτη αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια που υπήρχε μεταξύ τους και η
συμπόνοια που ένιωθε ο καθ’ ένας για τον πάσχοντα συνάνθρωπό του και
γενικά η τακτική τους «παντού μαζί».
Με την αγάπη, την
αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια κατάφερναν να κάνουν ευκολότερα και
γρηγορότερα τις δύσκολες δουλειές τους που ήσαν πολλές και διάφορες: οι
σπιτικές δουλειές, αγροτικές και οι περιστασιακές που έπρεπε να γίνουν
για κάθε γεγονός που συνέβαινε στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή τους,
είτε αυτό ήταν χαρούμενο, είτε λυπηρό.
Οι σπιτικές
δουλειές ήταν αποκλειστικότητα των γυναικών και η μια έδινε «χείρα
βοηθείας» στην άλλη σε όποια δουλειά χρειάζονταν για να γίνει πολλά
χέρια ή ειδική γνώση, όπως το πλάσιμο των φελιών (φύλλων) για το κόψιμο
των χυλοπίτων, το φτιάξιμο των κουραμπιγιέδων (κουραμπιέδων) και «του
μπακλαΐ» (μπακλαβά), «το ψήσιμο» (φτιάξιμο του παραδοσιακού σαπουνιού,
το διάσιμο και μίτωμα του στημονιού για το στήσιμο του αργαλειού κ.α.
Η αλληλοβοήθεια
μεταξύ τους γίνονταν και με την τακτική των δανεικών όχι βέβαια δίνοντας
δανεικά χρήματα σε όποια είχε οικονομική δυσχέρεια, γιατί τέτοια
δυνατότητα δεν υπήρχε εκείνα τα χρόνια αλλά δίνοντας οποιοδήποτε υλικό
σε όποια της το ζητούσε δανεικό, πρόθυμα και έχοντας συνάμα εμπιστοσύνη
πως θα της επέστρεφε αργά ή γρήγορα, ίση προσότητα από το ίδιο είδος
υλικού που της δάνειζε.
Τα πιο συνηθισμένα
υλικά που οι νοικοκυρές δανείζαν τις γειτόνισσές τους ή που δανείζονταν
απ’ αυτές ήταν: το προζύμι όταν ξεχνούσαν να το βαστάξουν απο το ζυμάρι
των ψωμιών, το χοντρό αλάτι το αγορασμένο από το μονοπώλειο της
κωμόπολής μας και τριμμένο με τη πέτρινη βαριά και μακρουλή «ντριβάλα»,
το φρεσκοαρμεγμένο γάλα από τις μαρτίνες και τ’ αβγά, για να φτιάξουν
χυλοπίτες. Δανείζονταν ακόμα και ψωμί σιταρένιο, ζυμωμένο με προζύμι και
ψυμένο στον παραδοσιακό φούρνο της αυλής.
Από τ’ ανωτέρω
υλικά, το προζύμι, το αλάτι και τ’ αβγά, απέφευγαν να τα δανείσουν μετά
τη δύση του ήλιου. «Δεν το είχαν σε καλό». Εκτός από τα υλικά αυτά, δεν
δάνειζαν το βράδυ και «φωτιά».
Το ότι δανείζονταν
«φωτιά ασφαλώς θα σαν φανεί πολλή παράξενη συνήθεια Τα χρόνια όμως
εκείνα συνηθίζονταν και δεν παραξενεύονταν κανείς βλέποντας, ημέρα
πάντα, μια γυναίκα να βγαίνει από την αυλόπορτα κάποιου σπιτιού,
κρατώντας ανάποδα ένα μεγάλο κομμάτι από σπασμένο παραδοσιακό κεραμίδι,
έχοντας μέσα στην κοίλη επιφάνειά του κι επάνω σε μια στρώση από στάχτη,
μερικά μεγάλα αναμμένα κάρβουνα: Τα κάρβουνα αυτά, τα είχε πάρει από τ’
αναμμένο τζάκι της γεινόνισσάς της, για ν’ ανάψει το δικό της, επειδή
συμπτωματικά, είχε ξεμείνει από σπίρτα, είχε σβήσει το καντήλι του
εικονοστασίου της, και ακόμα είχαν σβήσει τα κάρβουνα στη γωνιά του
τζακιού της, που για να διατηρηθούν αναμμένα, τα είχε παραχώσει με
χόβολη και αρκετή στάχτη, πριν φύγει από το σπίτι της, για κάποια
μακρινή δουλειά.
Αντίθετα με τη
φωτιά, το προζύμι, τ’ αβγά και το αλάτι που δεν τα δάνειζαν οι
νοικοκυρές μετά το ηλιοβασίλεμα, το ψωμί το ευλογημένο από το Χριστό
τότε που έζησε σαν άνθρωπος στη γη, το δάνειζαν πρόθυμα, τόσο κατά την
ημέρα, όσο και τη νύχτα, χωρίς να είναι προκατειλημμένες από καμιά
δεισιδαιμονία και προκατάληψη.
Για το δάνεισμα
του ψωμιού η νοικοκυρά έστελνε συνήθως στη γειτόνισσα με την οποία
συνδεόταν φιλικά, ένα από τα παιδιά της.
Η γειτόνισσα
καλοδέχονταν το παιδί και χαμογελαστή το άκουγε που της έλεγε ντροπαλά:
«είπε η μάνα μου, να μου δώσεις δανεικό μισό καρβέλι ψωμί». Δεν
προλάβαινε το παιδί να τελειώσει την παραγγελία της μάνας του και η καλή
γειτόνισσα, μ’ ένα τραπεζομάχαιρο έκοβε το φρέσκο καλοψημένο καρβέλι στη
μέση και τυλίγοντάς το με υφαντό άσπρο ή ριγωτό και καθαρό τουβαλήθι,
του το έδινε, φιλεύοντάς το στη συνέχεια με λίγες κοκόσιες ή με μια
χούφτα μαύρη σταφίδα ή με δυο τρεις γλυκύτατες τσαπέλες, σύκα
«ξεμπουρλιάζοντάς τες» από τη «μπουρλιά» ή αρμαθιά, που ήταν κρεμασμένη
μέσα στο χειμωνιάτικό, σε καρφί μπηγμένο στο πιο δροσερό και ξηρό σημείο
του τοίχου του.
Το παιδί κρατώντας
καλά κάτω από τη μασχάλη του το δανεικό μισό καρβέλι ψωμί, κι έχοντας
την τσέπη του γεμάτη με τα φιλέματα της καλής γειτόνισσας. γύριζε στο
σπίτι του τρισευτυχισμένο.
Η μεταξύ τους
αλληλοεξυπηρέτηση πέρα από το δάνεισμα του ψωμιού και των άλλων υλικών,
συνεχίζονταν και με το δάνεισμα των χαλκοματένιων και φρεσκογανωμένων
σκευών και των διαφόρων οικιακών ειδών.
Από τα
χαλκοματένια και φρεσκογανωμένα σκεύη αυτά που συνήθως δανείζονταν ήσαν
τα μεγάλα τεψιά (ταψιά) αλλά και τα μεσαία, για την παρασκευή άφθονων
γλυκών και ψητών και από τα οικιακά είδη, πιατελάκια, ποτήρια του νερού,
κρασιού, πιατέλες, πιάτα, μαχαιροπήρουνα κ.ά., για να έχουν αρκετά
σερβίτσια για το στρώσιμό του μεγάλου τραπεζιού, όπου θα κάθονταν οι
καλεσμένοι και οι οικείοι και θα γίνονταν το γερό φαγοπότι και το
πολύωρο γλέντι σε κάθε εξαιρετική γιορτή, ιδιαίτερα σε ανοιχτούς
αρραβώνες και «στις χαρές» των παιδιών τους.
Το πελώριο τραπέζι
του γάμου, το χειμώνα βρίσκονταν μέσα στη μεγάλη σάλα, και το καλοκαίρι
έξω στην αυλή του σπιτιού. Ήταν δε αυτοσχέδιο και το έφτιαχνάν βάζοντας
κοντά το ένα με το άλλο, τραπέζια μέσης, άκρης και τραπέζια φαγητού που
τα δανείζονταν από τα κοντινά σπίτια και στη συνέχεια τα σκέπαζαν με
άσπρες υφαντές μεσάλες, μερικές απ’ αυτές δανεικές.
Τελικά η τακτική
του δανείσματος γίνονταν με ό,τι βρίσκονταν σ’ ένα νοικοκυριό τα χρόνια
εκείνα.
Για το λόγο αυτό
συχνά, συναντούσε κανείς στο δρόμο, συνήθως το πρωί ή πριν το
ηλιοβασίλεμα μια γυναίκα, να μεταφέρει ακουμπώντας στον ώμο της ή
κρατώντας με το χέρι της, κάποιο χάλκινο σκεύος, οικιακό είδος, ξύλινο
αντικείμενο ή και υφαντικό εργαλείο.
Απ’ ό,τι μετέφερε
ακουμπώντας το στον ώμο της ή κρατώντας το με το χέρι της, ο καθ’ ένας
που το έβλεπε μπορούσε να καταλάβει για ποια δουλειά το είχε δανειστεί.
Αν π.χ. η γυναίκα
αυτή μετέφερε χαλκοματένιο γανωμένο χαράνι και είχε το γάμο του γιού της
ή της κόρης καταλάβαινε πως το είχε δανειστεί για να φτιάξει μέσα σ’
αυτό τη νοστιμότατη αβγοκομμένη σούπα, με ρύζι και το ζωμό από τα βραστά
κρέατα, για το τραπέζι του γάμου.
Αν πάλι κρατούσε
ψιλή κρισάρα, ήταν φανερό πως την είχε παρει δανεική για να
ψιλοκοσκινίσει το αλεύρι από ασπροσίτι ή μαυραγάνι, αλεσμένο σ’ ένα από
τους πέντε νερόμυλους της κωμόπολής μας, και πως το προόριαε για το
ζύμωμα και το φτιάξιμο λειτουργιάς, κουραμπιέδων, κουλουριών ή και για
σφιχτοζυμωμένο ζυμάρι για χυλοπίτες.
Όταν μετέφερε
μεγάλο σοφρά ήταν ολοφάνερο πως ετοιμάζονταν για να φτιάξει χυλοπίτες
και ήταν απαραίτητος για το άνοιγμα ή πλάσιμο «των φελιών» (φύλλων).
Το ξυλόχτενο
φανέρωνε πως σε λίγο κάποιος αργαλειός θα στήνονταν για την ύφανση
«πανιού» ή κάποιου ράσινου, για στρωσίδι ή για σκέπασμα (κλινοσκέπασμα).
Εκτός από το ξυλόχτενο, δανείζονταν και μιτάρια. Πριν δε στήσουν τον
αργαλειό δανείζονταν κάποιο από τα εργαλεία τα σχετικά με την
επεξεργασία του μαλλιού των προβάτων και του αποξηραμένου λιναριού. Τα
εργαλεία αυτά ήσαν τα εξής: τα δύο λανάρια για το ξάσιμο του
πλυμένου μαλλιού απο τα κουρεμένα πρόβατα, ο ξύλινος λάκκος
ειδικά κατασκευασμένος για την επεξεργασία του λιναριού, το αναμίδι
και η ανέμη, για το γέμισμα των μικρών καλαμένιων μασουριών
με λεπτό βαμβακερό νήμα, για την ύφανση όλων «των πάνινων» υφαντών, με
την βοήθεια της σαΐτας, καθώς και για το γέμισμα των μεγάλων επίσης
καλαμένιων μασουριών «με κουρελόνεμα» (κουρελόνημα), για την ύφανση των
ράσινων (των χοντρών μάλλινων υφαντών) κ.ά.
Αυτά επιλεκτικά με
ό,τι δανείζονταν οι γυναίκες από γειτόνισσες και φίλες και έκαναν τις
διάφορες δουλειές, οι οποίες θα ήταν αδύνατο να γίνουν χωρίς «τα
δανεικά». «Δανεικά κι αγύριστα» καμιά φορά, όχι βέβαια «εκ προμελέτης,
αλλά εκ παραδρομής». Και η «παραδρομή» γίνονταν από τη λησμονιά που
μεσολαβούσε.
Θα ήταν όμως άδικο
να περιοριστώ στην αλληλεγγύη που υπήρχε μεταξύ των γυναικών και να μην
αναφερθώ και στο πόσο πρόθυμα και οι άντρες «έδιναν χείρα βοηθείας» σε
κάθε συμπατριώτη τους που βρίσκονταν σε δύσκολη θέση και πόσο εύκολα
δάνειζαν τα επαγγελματικά τους εργαλεία. Οι γεωργοί π.χ. δάνειζαν κάποια
από τις αξίνες τους, τις δικέλλες, τις τσακωνίτες, φλυάρι, αλέτρι,
τραχά, δρεπάνι, χαρέρια κλπ. οι αμπελουργοί το κλαδευτήρι, τη
ρεντιστήρα, το φυσερό, τ’ ασκιά για τη μεταφορά του μούστου από το
πατητήρι κ.ά. Οι μαραγκοί, το χεροπρίονό τους, το σκεπάρνι, το σφυρί, το
αρίδι, τα αλφάδι, το πασέτο κ.ά.
Η μεγαλοψυχία τους
έφτανε σε τέτοιο βαθμό, που δεν δάνειζαν μόνο τα επαγγελματικά τους
εργαλεία, αλλά και ορισμένα από τα ζώα τους, όπως τ’ αλογό τους, το
γαϊδούρι και βόδι τους, γι’ αγροτικές και διάφορες άλλες δουλειές. Για
το δάνεισμα του γαϊδουριού και του βοδιού δεν γίνονταν λόγος από
κανέναν.
Τα απαθή και
υπομονετικά αυτά ζώα δεν είχαν ανάγκη καλής μεταχείρισης από τους
ανθρώπους και εκλεκτής τροφής, όπως συνέβαινε με τα ευαίσθητα και
υπερήφανα άλογα. Γι’ αυτό οι μεγαλύτεροι, που η ζωή τους είχε διδάξει
πολλά, έδιναν τριπλή συμβουλή στους νεότερους λεγοντάς τους. «Δεν
δανείζουν γυναίκα, άλογο και ντουφέκι (τουφέκι)».
Τη γυναίκα τους
κανείς άντρας δεν την δάνειζε ποτέ και σε κανένα, γιατί αυτό ήταν
τελείως ασυμβίβαστο με τον αντρικό τους εγωισμό, την αξιοπρέπειά τους
και γενικά με τις οικογενειακές και κοινωνικές ηθικές αξίες και αρχές.
Τ’ άλογό του όμως το δάνειζε γιατί «δεν το βάσταγε η ψυχή» να του το
ζητάει κάποιος φτωχός συμπατριώτης του για να κάνει κάποια επείγουσα
δουλειά και αυτός ν’ αρνείται να του το δανείσει προβάλλοντας διάφορες
δικαιολογίες.
Όσο για την τρίτη
συμβουλή, να μη δανείζουν και το «ντουφέκι» (τουφέκι) τους και
συγκεκριμένα την «τσιάγκρα» ή το δίκανό τους, γιατί τα δύο αυτά είδη
τουφεκιών συνηθίζονταν τότε στους αγρότες και ιδιαίτερα στους κυνηγούς.
Όρθα τους συμβούλευαν οι ηλικιωμένοι να μη τα δανείζουν, γιατί όπως
έλεγαν είχαν ζήσει οι ίδιοι ή είχαν ακούσει απ’ άλλους περιπτώσεις κατά
τις οποίες το δανεικό αυτό απλό κυνηγετικό όπλο, είχε μετατραπεί σε όπλο
φονικό, από ανθρώπους παράλογους που θέλησαν να ξακαθαρίσουν με
συνανθρώπους τους, προσωπικούς λογαριασμούς, και πατώντας «τον κόκκορα»
(σκανδάλη) του φονικού αυτού όπλου, τους έστελναν στον άλλο κόσμο.
Άλλες φρικτές
περιπτώσεις που είχαν ανεξίτηλα χαραχτεί στη μνήμη τους και τις
διηγούνταν με θλίψη και πόνο ήταν αυτές που κάποια από τα τουφέκια αυτά,
μένοντας γεμάτα και αφύλαχτα μέσα στο σπίτι ή κάτω στο κατώι και
πέφτοντας στα χέρια αθώων και ανυποψίαστων παιδιών, έγιναν αιτία να
σκοτωθούν αδέρφια, ξαδέρφια ή και φίλοι.
Η
αλληλοεξυπηρέτηση και αλληλοβοήθεια συνηθίζονταν πολύ και στις αγροτικές
και εποχιακές δουλειές. Γίνονταν δε με «τις δανεικαριές» και με «την
ξέλαση»
«Δανεικαριά»
έλεγαν την βοήθεια που πρόσφερε ένα άτομο σε μια οικογένεια για να
τελειώσει κάποια από τις αγροτικές εποχιακές της δουλειές, που έπρεπε να
γίνει στο καιρό της και χωρίς πολλή καθυστέρηση και που ήταν υποχρεωμένη
η οικογένεια αυτή ν’ ανταποδώσει τη βοήθεια που είχε πάρει, στέλνοντας
ένα από τα άτομά της στη δουλειά κι εκείνου που από πριν την είχε
βοηθήσει.
Τις δανεικαριές
τις έκαναν προπάντων οι γυναίκες πηγαίνοντας στο σπαρτό, στο βατάνισμα
και στο θέρισμα των γεννημάτων, καθώς και στον τρύγο των αμπελιών, στο
μάζεμα των ελιών και αλλού, παίρνοντας πάντα μαζί τους και το ανάλογο με
το είδος της δουλειάς εργαλείο, όπως αξίνα για το σπαρτό των γεννημάτων,
δρεπάνι για «το θέρο» των σταχυών, κοφίνι για το τρύγο των σταφυλιών
κλπ.
Έτσι, μεζεύονταν
πολλά εργατικά χέρια και μια αγροτική δουλειά τελείωνε μέσα σε μια ή και
δύο ημέρες. Όσο δύσκολη κι αν ήταν όπως ο θερισμός στα μεγάλα
σιταροχώραφα, τα μάζεμα των ελιών κ.λ.π.
Στη «ξέλαση»
μαζεύονταν πολλά άτομα, άντρες και γυναίκες, παίρνοντας μαζί τους όπως
και στη δανεικαριά το ανάλογο με το είδος της δουλειάς εργαλείο, μερικοί
δε, έφερναν και φαγητό, ψωμί και κρασί για να προστεθούν σ’ αυτά που
είχε ετοιμάσει η νοικοκυρά και τρωγοπίνοντας όλοι καλά το μεσημέρι για
να τονωθούν και αναζωογονημένοι να συνεχίσουν την δουλειά με δύναμη και
κέφι.
Εκτός από τις
δουλειές που γίνονταν στην ύπαιθρο με ξέλαση, πολλές οικογένειες έβαζαν
ξέλαση και στην αυλή του σπιτιού τους, ή κάτω από το μεγάλο ξύλινο
χαγιάτι τους για τον «ξέφυλλο» της κούκλας (καλαμποκιού»
Ξέφυλλο έλεγαν την
διαδικασία κατά την οποία αφαιρούσαν με τα χέρια τους «τα φλίτσια», τους
εξωτερικούς φλοιούς δηλαδή που ήσαν άριστη τροφή για τα βόδια, από το
υπόλοιπο στέλεχος με τους σπόρους που λέγονταν και αυτό κούκλα. Με
ξέλαση πάλι τις αποξηραμένες στον ήλιο κούκλες τις έτριβαν επάνω στις
«γκριτζάλες» και οι σπόροι τους αποσπόνταν από «το λουμπούσκι» τον
εσωτερικό δηλ. άξονά τους και έπεφταν στην απλωμένη παλιάτσα, επάνω στην
οποία γίνονταν «το ξεσπείνισμα» τους όχι μόνο με τις «γκριτζάλες» αλλά
και με τα χέρια, τρίβοντας μ’ ένα λουμπούσκι τα σπειριά (σπόρους), της
αξεσπείνιστης κούκλας.
Η νοικοκυρά κάθε
τόσο μάζευε την κούκλα από την παλιάτσα και την έβαζε στα σακιά για να
την λιάσει κάνα δυο ημέρες και κατόπιν να την αδειάσει στ’ αμπάρι και
λιασμένη και ξεκαλμπουριασμένη να είναι έτοιμη για τον νερόμυλο, όταν
προγραμμάτιζε να φτιάξει μπομπότα.
Με την εύκολη και
αποδοτική τακτική της ξάλασης η κάθε νοικοκυρά σε μια Κυριακή μετά την
απόλυση της εκκλησίας, με την βοήθεια δεκαπέντε ή είκοσι κοριτσιών,
πετύχαινε να ξαστούν τριάντα ή τριανταπέντε οκάδες πλυμένα μαλλιά από
κουρεμένα πρόβατα. Σε πολλές περιπτώσεις η ξέλαση δεν ήταν μια πράξη
αλληλοβοήθειας, αλλά πράξη αλτρουϊσμού και φιλαλληλίας.
Σαν συνέβαινε
ξαφνίκα και ανεπάντεχα σε μια οικογένεια ένα δυσάρεστο γεγονός, όπως
σοβαρό ατύχημα, βαριά αρρώστεια ή και θάνατος αγαπημένου τους προσώπου
και εν τω μεταξύ είχαν αρχίσει κάποια εποχιακή αγροτική δουλειά ή
ετοιμάζονταν να την αρχίσουν, οι ευαίσθητοι συναισθηματικά συμπατριώτες
μου, άφηναν κάθε δική τους δουλειά και έτρεχαν όλοι ν’ αναλάβουν οι
ίδιοι και να τελειώσουν, όποια δουλειά κι αν ήταν αυτή.
Την ανθρωπιά και
τη συμπόνοια τους την έδειχναν σε κάθε χήρα γυναίκα με παιδιά και
βάζοντας ξέλαση, έσπερναν τα χωράφια της, θέριζαν τα γεννήματά της και
γενικά την βοηθούσαν σε κάθε αντιξοότητα της ζωής της όλες οι
γειτόνισσές της και οι φιλενάδες της.
Γενικά οι
γειτόνισσες και οι φιλενάδες βοηθούσαν καθημερινά και όλο το χρόνο κάθε
γυναίκα που είχε πολλές δουλειές κι έλεγε συχνά «πως δεν άδειαζε ούτε να
πεθάνει».
Περισσότερο
βοηθούσαν την κάθε γειτόνισσά τους και φιλενάδα τους που έκανε το γάμο
του γιού ή της κόρης και που η διαδικασία τηρώντας τα έθιμα του γάμου
διαρκούσε σχεδόν δύο εβδομάδες.
Άρχιζε δε με το
πλύσιμο των ασπρόρουχων, το σιδέρωμά τους, το φτιάξιμο του «μπακλαΐ», το
γέμισμα των στρωμάτων και μαξιλαριών με άχυρο, ή βρομιά (άχυρο από
αλωνισμένη βρόμη), το φτιάξιμο της έκθεσης με όλα τα κεντημένα
εργόχειρα, «το στρόγγιασμα» με τάξη και καλαισθησία όλων των χοντρών
στρωσιδιών και κλινοσκεπασμάτων και σε πολλές άλλες δουλειές μέχρι να
τελειώσει ο γάμος.
Ντίνα
Κάσσαρη-Γκουβάτσου |